3 Νοε 2007

10

Τούρκος παινέθ’κεν στο σπαθί και Φράγκος στο κοντάρι,
παινέθ’κεν κι ένας νιός καλός(1) τη θάλασσα να πλέξει.
Σαν τ'άκουσεν κι ο βασιλιάς πολύ του καλοφάν’κεν.
Βρε ποιος είν’ αυτός, βρε ποιος είν’ αυτός τη θάλασσα π΄θα πλέξει;
Αν είν’ και πλέξ’ τη θάλασσα, γαμπρό για να τον κάνω.
Σαν θέλει τη θυγατέρα μου, σα θέλ’ την αδελφή μου,
σα θέλει την ανεψούλα μου, πόχει τα μαύρα μάτια.
Σαν τ' άκουσε ο νιούτσικος πολύ τον καλοφάν’κεν.
Ξεντύθ’κεν, ξαρματώθηκεν τη θάλασσα να πλέξει.
Σαράντα μέρες έπλεκεν, γελώντας, τραγουδώντας
και άλλες σαράντα τέσσαρες κλαίοντας και βρυχιώντας.
Και βλέπει ο Θεός, ήτα άδικο και το πολύ το Θάμα,
κι από μπροστά τον βλόγησε με λόγια με κατούγια
κι΄από τα λόγια πιάστηκε και στα κατούγια πάει
κι΄αυτού στη μέσ΄ στη θάλασσα βρίσκει βεργοκαστρίτσι
βρίσκει τ΄ν αγάπη την παλιά, που υφαίνει που τραγούδα.
Να τη σμποριάξει(3) ντρέπεται, να συντυχίσει(3) φοβάται.
Γυρνά η κόρη και των ρωτά και τον καλοξετάζει
- Σε τι λιμπήθ’κες(4) νιούτσικε μ’ να χάσεις τ'ν ανερειά σου;
- Ουδε σ’ ασήμ’ λιμπήθηκα ουδέ σ’ μαργαριτάρι,
εκεί που πάω λιμπήθηκα σε μια βασιλοπούλα.
Σαράντα μέρες έπλεγα γελώντας τραγουδώντας
κι άλλες σαράτα τέσσαρες κλαιώντας κι βρυχιώντας.
- Ακόμα σαράντα πρεπ’ να πλέξ’ και πάλι δεν την παίρνεις.

Ερμηνευτικά
1. νιός καλός: άλλοι το λέγαν∙ παινέθ’κεν κι’ ένα ρωμηόπουλο.
2. σμποριάζω: μιλώ, λέω κάτι
3. συντυχίζω: κάθομαι μαζί
4. λιμπίζομαι: επιθυμώ πολύ και θέλω να το πάρω.

Δεν υπάρχουν σχόλια: