Ν’ ανέβω σε κορφόβουνο, αμάξ’ να κατεβάσω,
αμάξι σιδεράμαξο, ζευγάρι κουδουνάτο
και το ζυγούτσ’κο(1), πο ξεφω, όλο καθάριο ασήμι
και τις ζευγίτσες(2) πό βαναν, σπυρί μαργαριτάρι
και το ζευγάρι(3) πό ζευαν, δράκοι θεμελιωμένοι
και το φκετρίτσι(4) που λαλούν(5), ήταν σ’ ελιάς κλωνάρι.
Τρεις αλαφίνες τόσερναν και δυό αντρειωμένοι
κι η κόρη μέσα κάθενταν, πως δεν φανή σε κόσμο,
τον ήλιο εσυνέριζε(6), τον ήλιο το φεγγάρι.
Ήλιε μ’ πο στέλνεις το ταχιά(7), μαραίνεις τα λουλούδια,
μαραίνεις και τα βότανα(8) του Μάη τα λουλούδια.
Κι εγώ αν ντα(9) βγώ στις πόρτες μου, μαραίνω παλικάρια
όσα ματάκια κι αν με δούν, τόσες καρδίτσες κάφτω(10.
Ερμηνευτικά
1. ζυγούτσ’κος: ο ζυγός που ζεύουν τα βόδια. Δυο ξύλα παράλληλα, το επάνω κατάλληλα λοξευμένο για τα εφαμόζει στον τράχηλο των ζώων, το κάτω απλό.
2. ζευγίτσες: δύο βέργες, ξύλινες ή σιδερένιες που τοποθετούνται στα δυο άκρα του ζυγού όταν δεχτούν τα βόδια.
3. ζευγάρι: τα δύο ζώα που ζεύουν.
4. φκετρίτσι: η βουκέντρα, ξύλινη βέργα μήκους δύο μέτρων περίπου, με την οποία κεντούν τα βόδια για να προχωρούν.
5. λαλώ τα ζώα: αναγκάζω τα ζώα να περπατούν.
6. συνερίζω: προκαλώ, πειράζω.
7. το ταχιά: το πρωί
8. βότανα: διάφορα χόρτα του βουνού με θεραπευτικές ιδιότητες
9. ντα: όντας, όταν
10. κάφτω: καίω
20 Απρ 2008
30 Μαρ 2008
20
Μια περδικίτσα μας χρυσή τα εννιά κουδούνια αλλάζει
τα τριά λαλούσαν το ταχιά, τα τριά το μεσημέρι
τα τριά πααίνουν κι έρχονται για προξενιά στην Πόλη.
Ρωτούσαν κι καλά ρωτούν που νάβρουν τέτοια κόρη,
τέτοια ψηλή, τέτοια λιγνή και τέτοια μαυρομάτα.
Εδώ σ’ αυτόν τον μαχαλά στον άλλο παρακάτω
εδώ ΄ναι τέτοια λυγερή και τέτοια μαυρομάτα
τέτοια ψηλή, τέτοια λιγνή και τέτοια μαυρομάτα.
Ψηλή, λιγνή σαν το βεργί, ομοιάζει το καλάμι.
Αυτή έχει κορμί για χάμουχα(1) και μέση για ζουνάρι
κι αυτή έχει τον άσπρο τον λαιμό για κίτρινο γκιρντάνι
αυτή έχει το ίσιο το τσιακάκι(2) για το μαργαριτάρι.
Σαν το δικό της το κορμί μηλιά είδα ΄γω στην Πόλη,
και κυδωνιά στον Γαλατά με τ' ασημένια φύλλα.
Ερμηνευτικά:
1. χάμουχας: πολυτελέστατο πανωφόρι
2. τσιακάκι: το μέτωπο
τα τριά λαλούσαν το ταχιά, τα τριά το μεσημέρι
τα τριά πααίνουν κι έρχονται για προξενιά στην Πόλη.
Ρωτούσαν κι καλά ρωτούν που νάβρουν τέτοια κόρη,
τέτοια ψηλή, τέτοια λιγνή και τέτοια μαυρομάτα.
Εδώ σ’ αυτόν τον μαχαλά στον άλλο παρακάτω
εδώ ΄ναι τέτοια λυγερή και τέτοια μαυρομάτα
τέτοια ψηλή, τέτοια λιγνή και τέτοια μαυρομάτα.
Ψηλή, λιγνή σαν το βεργί, ομοιάζει το καλάμι.
Αυτή έχει κορμί για χάμουχα(1) και μέση για ζουνάρι
κι αυτή έχει τον άσπρο τον λαιμό για κίτρινο γκιρντάνι
αυτή έχει το ίσιο το τσιακάκι(2) για το μαργαριτάρι.
Σαν το δικό της το κορμί μηλιά είδα ΄γω στην Πόλη,
και κυδωνιά στον Γαλατά με τ' ασημένια φύλλα.
Ερμηνευτικά:
1. χάμουχας: πολυτελέστατο πανωφόρι
2. τσιακάκι: το μέτωπο
9 Μαρ 2008
19
Κουράσιο(1) εστολίζεταν Σαββάτο όλη μέρα,
στολίδια δεν απόσωναν να την αποστολίσουν
και το ταχιά(2) την Κυριακή στην εκκλησιά να πάει.
Απ’ το τσιοσμέ(3) εδιάβηκεν, πούταν τα παλικάρια,
στη μια μεριά ήταν δώδεκα, στην άλλη δεκαπέντε
και πέρασεν τα δώδεκα κι πάει στα δεκαπέντε.
Καλ’ μέρα δεν τους έδωσε, πολλή καλ’μέρα νάχει.
Βρε ιδέ την ασημόβεργα τ’ν ασημοζυμωμένη,
πως στέκει, πως λυγίζεται, καλ’μέρα δεν μας δίνει,
καλ’μέρα δεν μας έδωσε πολλή καλ’μέρα νάχει.
Αυτή δεν είν απ’ άνθρωπο, π’ ανθρώπους καμωμένη
αυτή είναι ΄πο τους ουρανούς καγκελοτουρνεμένη(4).
Στα σύννεφα εκρύβεται να μη παρβασκουρσέψει(5),
τα σύννεφα εσκόρπισαν κι η κόρη φανερώθ’κεν.
Όσοι ρωμιοί την έβλεπαν το «Κύριε ελέησον» λέγουν
κι όσοι Τουρκιά κι αν άκουσαν, το σαλαβάτι6 κάνουν.
Ερμηνευτικά:
1. Κουράσιο: η κοπέλα, η κορασίδα
2. ταχιά: αύριο
3. τσιοσμές: βρύση που παίρνει νερό όλο το χωριό
4. καγκελοτουρνεμένη: μεταφορική έννοια, ομορφοφκιασμένη
5. παρβασκουρσέψει: παραστρατίσει ηθικά
6. σαλαβάτι: προσευχή
στολίδια δεν απόσωναν να την αποστολίσουν
και το ταχιά(2) την Κυριακή στην εκκλησιά να πάει.
Απ’ το τσιοσμέ(3) εδιάβηκεν, πούταν τα παλικάρια,
στη μια μεριά ήταν δώδεκα, στην άλλη δεκαπέντε
και πέρασεν τα δώδεκα κι πάει στα δεκαπέντε.
Καλ’ μέρα δεν τους έδωσε, πολλή καλ’μέρα νάχει.
Βρε ιδέ την ασημόβεργα τ’ν ασημοζυμωμένη,
πως στέκει, πως λυγίζεται, καλ’μέρα δεν μας δίνει,
καλ’μέρα δεν μας έδωσε πολλή καλ’μέρα νάχει.
Αυτή δεν είν απ’ άνθρωπο, π’ ανθρώπους καμωμένη
αυτή είναι ΄πο τους ουρανούς καγκελοτουρνεμένη(4).
Στα σύννεφα εκρύβεται να μη παρβασκουρσέψει(5),
τα σύννεφα εσκόρπισαν κι η κόρη φανερώθ’κεν.
Όσοι ρωμιοί την έβλεπαν το «Κύριε ελέησον» λέγουν
κι όσοι Τουρκιά κι αν άκουσαν, το σαλαβάτι6 κάνουν.
Ερμηνευτικά:
1. Κουράσιο: η κοπέλα, η κορασίδα
2. ταχιά: αύριο
3. τσιοσμές: βρύση που παίρνει νερό όλο το χωριό
4. καγκελοτουρνεμένη: μεταφορική έννοια, ομορφοφκιασμένη
5. παρβασκουρσέψει: παραστρατίσει ηθικά
6. σαλαβάτι: προσευχή
11 Φεβ 2008
18
Μια περδικίτσα μας χρυσή κι εικόνα μας γραμμένη.
Μωρ’ που ήσαν, που ξεχείμαζες και που καλοκαιριάζεις;
Στην πέτρα που ξεχείμαζα και ξει ξεκαλοκαιριάζω
και το καλάμι είν’ στους ανέμους, ανέμους της αγάπης.
Κι αυτή η αγάπη ήταν κακιά, αλί ποιον θα κολλήσεις
σαν ακολλήσει φρόνιμη, την ξέρει μοναχή της,
σαν ακολλήσει λουλούτσικη την ξέρ’ ο κόσμος όλος.
Δεν σε ρωτώ περδίκα μου, πως πιάνεται η αγάπη;
Από τα μάτια πιάνεται, στα χείλη κατεβαίνει,
κι από τα χείλη στην καρδιά και στην καρδιά ριζώνει
και στην καρδιά ορίζωσε, σαν το κομμάτι πάγος.
Τα χιόνια πέφτουν στα βουνά κι όλα αναλούν και λιώνουν.
Το δ’κό μου το ντέρτι(1) και το πάθος, δεν αναλεί(2) δεν λιώνει.
Βρέ φέρτε τα εννιά κλειδιά τα δεκαοχτώ νοιχτάρια
ν’ανοίξω την καρδούλα μου να δω τον πάθο πόχω.
Εγώ ΄χω πάθο στο βουνό και ντέρτι σαν ελάφι.
Το δ’κό μ’ το ντέρτι κι το πάθ’ κάνας να μην το πάθει.
Κι ούδε Τούρκος, κι ούδε Ρωμιός κι’ ούδε ΄πο τους εχθρούς μου.
Ερμηνευτικά
1. ντέρτι: βάσανο
2. αναλεί: λιώνει
Μωρ’ που ήσαν, που ξεχείμαζες και που καλοκαιριάζεις;
Στην πέτρα που ξεχείμαζα και ξει ξεκαλοκαιριάζω
και το καλάμι είν’ στους ανέμους, ανέμους της αγάπης.
Κι αυτή η αγάπη ήταν κακιά, αλί ποιον θα κολλήσεις
σαν ακολλήσει φρόνιμη, την ξέρει μοναχή της,
σαν ακολλήσει λουλούτσικη την ξέρ’ ο κόσμος όλος.
Δεν σε ρωτώ περδίκα μου, πως πιάνεται η αγάπη;
Από τα μάτια πιάνεται, στα χείλη κατεβαίνει,
κι από τα χείλη στην καρδιά και στην καρδιά ριζώνει
και στην καρδιά ορίζωσε, σαν το κομμάτι πάγος.
Τα χιόνια πέφτουν στα βουνά κι όλα αναλούν και λιώνουν.
Το δ’κό μου το ντέρτι(1) και το πάθος, δεν αναλεί(2) δεν λιώνει.
Βρέ φέρτε τα εννιά κλειδιά τα δεκαοχτώ νοιχτάρια
ν’ανοίξω την καρδούλα μου να δω τον πάθο πόχω.
Εγώ ΄χω πάθο στο βουνό και ντέρτι σαν ελάφι.
Το δ’κό μ’ το ντέρτι κι το πάθ’ κάνας να μην το πάθει.
Κι ούδε Τούρκος, κι ούδε Ρωμιός κι’ ούδε ΄πο τους εχθρούς μου.
Ερμηνευτικά
1. ντέρτι: βάσανο
2. αναλεί: λιώνει
14 Ιαν 2008
17
Η μάνα πούχε τον υιό, τον μικροκανακάρη
τον άλλαζε, τον στόλιζε, στον δάσκαλο τον στέλνει.
Κι ο δάσκαλος τον έπλεμπε με τριά κλωνάρια μόσχο
κι ο δάσκαλος τον έδερνε με τ'ν ασημένια βέργα,
κι ο δάσκαλος τον ρώτησε κι ο δάσκαλος τον λέει:
- Καλέ μου πουν’ τα γράμματα σ’ καλέ μου πουν ο νού σου;
- Τα γράμματά μ’ είν’ στο χαρτί κι ο νους μου στην αγάπη,
κι ο νους μου πέρα πέρασε, πέρα στις μαυρομάτες,
πόχουν το μάτι στο γυαλί, το φρύδι στο γαϊτάνι
και του κοράκου το φτερό τόχουν καμαροφρύδι
καμαροφρύδι, σα φτερό καγκελοτουρνημένο.
τον άλλαζε, τον στόλιζε, στον δάσκαλο τον στέλνει.
Κι ο δάσκαλος τον έπλεμπε με τριά κλωνάρια μόσχο
κι ο δάσκαλος τον έδερνε με τ'ν ασημένια βέργα,
κι ο δάσκαλος τον ρώτησε κι ο δάσκαλος τον λέει:
- Καλέ μου πουν’ τα γράμματα σ’ καλέ μου πουν ο νού σου;
- Τα γράμματά μ’ είν’ στο χαρτί κι ο νους μου στην αγάπη,
κι ο νους μου πέρα πέρασε, πέρα στις μαυρομάτες,
πόχουν το μάτι στο γυαλί, το φρύδι στο γαϊτάνι
και του κοράκου το φτερό τόχουν καμαροφρύδι
καμαροφρύδι, σα φτερό καγκελοτουρνημένο.
2 Ιαν 2008
16
Ένας όμορφος παλίκαρος κι όμορφο παλικάρι
βόσκει κοπάδια πρόβατα με τ’ν ασημένια γκέγκα(1)
τα σούριζεν(2) τα πήγαινε, πάει να τα ποτίσει
και κει που πάει να τα ποτίσ’, στη λεύκα(3) που λευκαίνει(4)
βρίσκει μια γερόντισσα στη λεύκα που λευκαίνει
και με το νού της έλεγε και με το νού της λέει:
- Κύριε μ’ γαμπρό να τόκανα και πεθερά να μ’ έχει.
- Σαν θες, γαμπρό για να με κάμ’ς και πεθερά να σ’ έχω,
κάμε τη θυγατέρα σου να λάμπει σαν τον ήλιο.
Το ήλιο βάλε πρόσωπο και το φεγγάρ’ αστήθι,
και τον καθάριο άργυρο, καθάριο δαχτυλίδι
και τότε να με κάμ’ς γαμπρό και πεθερά να σ’έχω.
Ερμηνευτικά.
1. γκέγκα: η γκλίτσα
2. σουρίζω: σφυρίζω
3. λεύκα: μεγάλο δέντρο, ψηλό, αγαπά το νερό.
4. λευκαίνω: κάμνω κάτι λευκό. Τα άσπρα πανιά, που ύφαιναν στους αργαλειούς, ακολουθούσε το λεύκαμα. Μέρες ολόκληρες έβρεχαν τα πανιά, τα ήλιαζαν.
βόσκει κοπάδια πρόβατα με τ’ν ασημένια γκέγκα(1)
τα σούριζεν(2) τα πήγαινε, πάει να τα ποτίσει
και κει που πάει να τα ποτίσ’, στη λεύκα(3) που λευκαίνει(4)
βρίσκει μια γερόντισσα στη λεύκα που λευκαίνει
και με το νού της έλεγε και με το νού της λέει:
- Κύριε μ’ γαμπρό να τόκανα και πεθερά να μ’ έχει.
- Σαν θες, γαμπρό για να με κάμ’ς και πεθερά να σ’ έχω,
κάμε τη θυγατέρα σου να λάμπει σαν τον ήλιο.
Το ήλιο βάλε πρόσωπο και το φεγγάρ’ αστήθι,
και τον καθάριο άργυρο, καθάριο δαχτυλίδι
και τότε να με κάμ’ς γαμπρό και πεθερά να σ’έχω.
Ερμηνευτικά.
1. γκέγκα: η γκλίτσα
2. σουρίζω: σφυρίζω
3. λεύκα: μεγάλο δέντρο, ψηλό, αγαπά το νερό.
4. λευκαίνω: κάμνω κάτι λευκό. Τα άσπρα πανιά, που ύφαιναν στους αργαλειούς, ακολουθούσε το λεύκαμα. Μέρες ολόκληρες έβρεχαν τα πανιά, τα ήλιαζαν.
24 Δεκ 2007
15
Πέντε μικρές τον αηγαπούν και δεκαοχτώ μεγάλες,
όλες πααίνουν κι έρχονται κι όλες φιλί του δίνουν.
Μον μια λιανή, λιανούτσικη, λιανή και μαυρομάτα
κι ουδέ πααίνει κι έρχεται κι ουδέ φιλί του δίνει.
- Κόρη μ’ για δώσ’ με φίλημα, κόρη για δώσ’με πόνο.
- Πώς να σε δώσω φίλημα, πώς να σε δώσω πόνο;
Κι είσαι λουλός λουλούτσικος και θέλεις μολογήσει;
- Μα τ'άστρα, μα τους ουρανούς, δεν θέλω μολογήσει.
- Μα τα’στρο το μικρότερο πααίνει κατόπι στον ήλιο.
Ο ουρανός θα το πουλήσει κι ο νιός θα τ' αγοράσει
να τόχει στον κάμπο φλάμπουρο, στην εκκλησιά λαμπάδα,
σ’ αυτές τις πόρτες π’αγαπά, λαμπάδα να τον φέγγει
και σ’ αυτό το πρωτοκίνημα φεγγάρι να το φέγγει.
όλες πααίνουν κι έρχονται κι όλες φιλί του δίνουν.
Μον μια λιανή, λιανούτσικη, λιανή και μαυρομάτα
κι ουδέ πααίνει κι έρχεται κι ουδέ φιλί του δίνει.
- Κόρη μ’ για δώσ’ με φίλημα, κόρη για δώσ’με πόνο.
- Πώς να σε δώσω φίλημα, πώς να σε δώσω πόνο;
Κι είσαι λουλός λουλούτσικος και θέλεις μολογήσει;
- Μα τ'άστρα, μα τους ουρανούς, δεν θέλω μολογήσει.
- Μα τα’στρο το μικρότερο πααίνει κατόπι στον ήλιο.
Ο ουρανός θα το πουλήσει κι ο νιός θα τ' αγοράσει
να τόχει στον κάμπο φλάμπουρο, στην εκκλησιά λαμπάδα,
σ’ αυτές τις πόρτες π’αγαπά, λαμπάδα να τον φέγγει
και σ’ αυτό το πρωτοκίνημα φεγγάρι να το φέγγει.
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)