Μια περδικίτσα μας χρυσή κι εικόνα μας γραμμένη.
Μωρ’ που ήσαν, που ξεχείμαζες και που καλοκαιριάζεις;
Στην πέτρα που ξεχείμαζα και ξει ξεκαλοκαιριάζω
και το καλάμι είν’ στους ανέμους, ανέμους της αγάπης.
Κι αυτή η αγάπη ήταν κακιά, αλί ποιον θα κολλήσεις
σαν ακολλήσει φρόνιμη, την ξέρει μοναχή της,
σαν ακολλήσει λουλούτσικη την ξέρ’ ο κόσμος όλος.
Δεν σε ρωτώ περδίκα μου, πως πιάνεται η αγάπη;
Από τα μάτια πιάνεται, στα χείλη κατεβαίνει,
κι από τα χείλη στην καρδιά και στην καρδιά ριζώνει
και στην καρδιά ορίζωσε, σαν το κομμάτι πάγος.
Τα χιόνια πέφτουν στα βουνά κι όλα αναλούν και λιώνουν.
Το δ’κό μου το ντέρτι(1) και το πάθος, δεν αναλεί(2) δεν λιώνει.
Βρέ φέρτε τα εννιά κλειδιά τα δεκαοχτώ νοιχτάρια
ν’ανοίξω την καρδούλα μου να δω τον πάθο πόχω.
Εγώ ΄χω πάθο στο βουνό και ντέρτι σαν ελάφι.
Το δ’κό μ’ το ντέρτι κι το πάθ’ κάνας να μην το πάθει.
Κι ούδε Τούρκος, κι ούδε Ρωμιός κι’ ούδε ΄πο τους εχθρούς μου.
Ερμηνευτικά
1. ντέρτι: βάσανο
2. αναλεί: λιώνει
11 Φεβ 2008
14 Ιαν 2008
17
Η μάνα πούχε τον υιό, τον μικροκανακάρη
τον άλλαζε, τον στόλιζε, στον δάσκαλο τον στέλνει.
Κι ο δάσκαλος τον έπλεμπε με τριά κλωνάρια μόσχο
κι ο δάσκαλος τον έδερνε με τ'ν ασημένια βέργα,
κι ο δάσκαλος τον ρώτησε κι ο δάσκαλος τον λέει:
- Καλέ μου πουν’ τα γράμματα σ’ καλέ μου πουν ο νού σου;
- Τα γράμματά μ’ είν’ στο χαρτί κι ο νους μου στην αγάπη,
κι ο νους μου πέρα πέρασε, πέρα στις μαυρομάτες,
πόχουν το μάτι στο γυαλί, το φρύδι στο γαϊτάνι
και του κοράκου το φτερό τόχουν καμαροφρύδι
καμαροφρύδι, σα φτερό καγκελοτουρνημένο.
τον άλλαζε, τον στόλιζε, στον δάσκαλο τον στέλνει.
Κι ο δάσκαλος τον έπλεμπε με τριά κλωνάρια μόσχο
κι ο δάσκαλος τον έδερνε με τ'ν ασημένια βέργα,
κι ο δάσκαλος τον ρώτησε κι ο δάσκαλος τον λέει:
- Καλέ μου πουν’ τα γράμματα σ’ καλέ μου πουν ο νού σου;
- Τα γράμματά μ’ είν’ στο χαρτί κι ο νους μου στην αγάπη,
κι ο νους μου πέρα πέρασε, πέρα στις μαυρομάτες,
πόχουν το μάτι στο γυαλί, το φρύδι στο γαϊτάνι
και του κοράκου το φτερό τόχουν καμαροφρύδι
καμαροφρύδι, σα φτερό καγκελοτουρνημένο.
2 Ιαν 2008
16
Ένας όμορφος παλίκαρος κι όμορφο παλικάρι
βόσκει κοπάδια πρόβατα με τ’ν ασημένια γκέγκα(1)
τα σούριζεν(2) τα πήγαινε, πάει να τα ποτίσει
και κει που πάει να τα ποτίσ’, στη λεύκα(3) που λευκαίνει(4)
βρίσκει μια γερόντισσα στη λεύκα που λευκαίνει
και με το νού της έλεγε και με το νού της λέει:
- Κύριε μ’ γαμπρό να τόκανα και πεθερά να μ’ έχει.
- Σαν θες, γαμπρό για να με κάμ’ς και πεθερά να σ’ έχω,
κάμε τη θυγατέρα σου να λάμπει σαν τον ήλιο.
Το ήλιο βάλε πρόσωπο και το φεγγάρ’ αστήθι,
και τον καθάριο άργυρο, καθάριο δαχτυλίδι
και τότε να με κάμ’ς γαμπρό και πεθερά να σ’έχω.
Ερμηνευτικά.
1. γκέγκα: η γκλίτσα
2. σουρίζω: σφυρίζω
3. λεύκα: μεγάλο δέντρο, ψηλό, αγαπά το νερό.
4. λευκαίνω: κάμνω κάτι λευκό. Τα άσπρα πανιά, που ύφαιναν στους αργαλειούς, ακολουθούσε το λεύκαμα. Μέρες ολόκληρες έβρεχαν τα πανιά, τα ήλιαζαν.
βόσκει κοπάδια πρόβατα με τ’ν ασημένια γκέγκα(1)
τα σούριζεν(2) τα πήγαινε, πάει να τα ποτίσει
και κει που πάει να τα ποτίσ’, στη λεύκα(3) που λευκαίνει(4)
βρίσκει μια γερόντισσα στη λεύκα που λευκαίνει
και με το νού της έλεγε και με το νού της λέει:
- Κύριε μ’ γαμπρό να τόκανα και πεθερά να μ’ έχει.
- Σαν θες, γαμπρό για να με κάμ’ς και πεθερά να σ’ έχω,
κάμε τη θυγατέρα σου να λάμπει σαν τον ήλιο.
Το ήλιο βάλε πρόσωπο και το φεγγάρ’ αστήθι,
και τον καθάριο άργυρο, καθάριο δαχτυλίδι
και τότε να με κάμ’ς γαμπρό και πεθερά να σ’έχω.
Ερμηνευτικά.
1. γκέγκα: η γκλίτσα
2. σουρίζω: σφυρίζω
3. λεύκα: μεγάλο δέντρο, ψηλό, αγαπά το νερό.
4. λευκαίνω: κάμνω κάτι λευκό. Τα άσπρα πανιά, που ύφαιναν στους αργαλειούς, ακολουθούσε το λεύκαμα. Μέρες ολόκληρες έβρεχαν τα πανιά, τα ήλιαζαν.
24 Δεκ 2007
15
Πέντε μικρές τον αηγαπούν και δεκαοχτώ μεγάλες,
όλες πααίνουν κι έρχονται κι όλες φιλί του δίνουν.
Μον μια λιανή, λιανούτσικη, λιανή και μαυρομάτα
κι ουδέ πααίνει κι έρχεται κι ουδέ φιλί του δίνει.
- Κόρη μ’ για δώσ’ με φίλημα, κόρη για δώσ’με πόνο.
- Πώς να σε δώσω φίλημα, πώς να σε δώσω πόνο;
Κι είσαι λουλός λουλούτσικος και θέλεις μολογήσει;
- Μα τ'άστρα, μα τους ουρανούς, δεν θέλω μολογήσει.
- Μα τα’στρο το μικρότερο πααίνει κατόπι στον ήλιο.
Ο ουρανός θα το πουλήσει κι ο νιός θα τ' αγοράσει
να τόχει στον κάμπο φλάμπουρο, στην εκκλησιά λαμπάδα,
σ’ αυτές τις πόρτες π’αγαπά, λαμπάδα να τον φέγγει
και σ’ αυτό το πρωτοκίνημα φεγγάρι να το φέγγει.
όλες πααίνουν κι έρχονται κι όλες φιλί του δίνουν.
Μον μια λιανή, λιανούτσικη, λιανή και μαυρομάτα
κι ουδέ πααίνει κι έρχεται κι ουδέ φιλί του δίνει.
- Κόρη μ’ για δώσ’ με φίλημα, κόρη για δώσ’με πόνο.
- Πώς να σε δώσω φίλημα, πώς να σε δώσω πόνο;
Κι είσαι λουλός λουλούτσικος και θέλεις μολογήσει;
- Μα τ'άστρα, μα τους ουρανούς, δεν θέλω μολογήσει.
- Μα τα’στρο το μικρότερο πααίνει κατόπι στον ήλιο.
Ο ουρανός θα το πουλήσει κι ο νιός θα τ' αγοράσει
να τόχει στον κάμπο φλάμπουρο, στην εκκλησιά λαμπάδα,
σ’ αυτές τις πόρτες π’αγαπά, λαμπάδα να τον φέγγει
και σ’ αυτό το πρωτοκίνημα φεγγάρι να το φέγγει.
20 Δεκ 2007
14
Γραμματικός εκάθονταν στου βασιλιά τις πόρτες,
τον ουρανό είχε χαρτί τη θάλασσα μελάνη
κι έκατσε και λογάριαζε τριών χρονών αγάπη.
Εσείστηκαν τα χέρια του και χύει τη μελάνη
και λέρωσεν τα ρούχα του τα λινομεταξένια.
Κάναν δικό τ’ δεν είχεν να πάει να τα πλύνει.
Μον είχε μιαν παλιάν αγάπη κι αυτή μακριά στα ξένα.
Χαμπέρι(1) την προβόϊδισε(2) να πάει να τα πλύνει.
Σαν τ'άκουσε κι η λυγερή πολύ της βαρυφάν’κεν.
Βρε σώπα, σώπα αηγόρι μου κι εγώ θα σου τα πλύνω.
Το δάκρυ σ’ και το δάκρυ μου νερό και θα το πλύνω
το σάλι σ’ και το σάλι μου σαπούν και θα το βάλω.
Τον καϋμό πόχω στην καρδιά, ήλιος και θα τα στεγνώσει.
Ερμηνευτικά
1. χαμπέρι: είδηση
2. προβόϊδισε:της έστειλε
τον ουρανό είχε χαρτί τη θάλασσα μελάνη
κι έκατσε και λογάριαζε τριών χρονών αγάπη.
Εσείστηκαν τα χέρια του και χύει τη μελάνη
και λέρωσεν τα ρούχα του τα λινομεταξένια.
Κάναν δικό τ’ δεν είχεν να πάει να τα πλύνει.
Μον είχε μιαν παλιάν αγάπη κι αυτή μακριά στα ξένα.
Χαμπέρι(1) την προβόϊδισε(2) να πάει να τα πλύνει.
Σαν τ'άκουσε κι η λυγερή πολύ της βαρυφάν’κεν.
Βρε σώπα, σώπα αηγόρι μου κι εγώ θα σου τα πλύνω.
Το δάκρυ σ’ και το δάκρυ μου νερό και θα το πλύνω
το σάλι σ’ και το σάλι μου σαπούν και θα το βάλω.
Τον καϋμό πόχω στην καρδιά, ήλιος και θα τα στεγνώσει.
Ερμηνευτικά
1. χαμπέρι: είδηση
2. προβόϊδισε:της έστειλε
6 Δεκ 2007
13
Η μάνα πόχει τον υιό κι’ αρέζει στις νυφάδες,
αρέζει μια ΄πο σ’ όμορφες κι άλλη ΄πο σ’ μαυρομάτες,
αρέζει και μια λιανούτσικη, λιανή(1) και μαυρομάτα.
Κι αυτή ΄ταν ακατάδεχτη, δε θέλει καταδεχτεί μας.
- Μωρ’ νάμαι ήλιος να την πιώ, αϊτός να την αδράξω,
κι εγώ ΄μαι αϊτός αϊτούτσικος, περδικοκυνηγάρης,
κι οπού βρω πέτρα κάθομαι, στον ίσκιο της κοιμάμαι,
κι οπού βρω τα γλυκά κρασιά, τα πίνω τα διαβαίνω,
κι οπού βρω τα ξινά κρασιά, τα χύνω και διαβαίνω,
κι οπού βρω κόρη όμρφη φιλούσα και διαβαίνω,
κι οπού βρω κόρη άσκημη κλωτσούσα και διαβαίνω.
Πινούντας τα γλυκά κρασιά, φιλιούντας τα κοράσια
έφαγε ο νιός τους τ' άσπρα του και τις εννιά χιλάδες.
Μον μαύρος το απόμεινε και αυτόν τον παζαρεύει,
κι ο μαύρος τον έλεγε κι ο μαύρος του τού λέει:
- Μη με πουλείς αφέντη μου και μη με παζαρεύεις,
μον τάιζέ μ’ και πότιζέ μ’ και λιανοπίστριζέ(2) με
κι όντας ιδείς την τρίχα μου να μοιάσει της ελαφίνας
κι όντας ιδείς το μάτι μου να μοιάσει της γερακίνας,
σέβα(3) και βάλε στοίχημα στης Πόλης τα μιγντάνια(4),
εσύ βάλε το στοίχημα κι εγώ θα πηλαλήξω.
Αν δεν σου φερω τ'άσπρα σου και τις εννιά χιλιάδες,
και τότε πούλα μ’ αφέντη μου και τότε παζάρευέ με.
Ερμηνευτικά:
1. λιανή: λεπτοκαμωμένη.
2. πιστρίζω: χτενίζω τ' άλογο με ειδικό χτένι, το πιστρί.
3. σέβα: έμπα, σεβαίνω:μπαίνω μέσα.
4. μιγντάνια: μέρος απλωτό, πεδιάδα.
αρέζει μια ΄πο σ’ όμορφες κι άλλη ΄πο σ’ μαυρομάτες,
αρέζει και μια λιανούτσικη, λιανή(1) και μαυρομάτα.
Κι αυτή ΄ταν ακατάδεχτη, δε θέλει καταδεχτεί μας.
- Μωρ’ νάμαι ήλιος να την πιώ, αϊτός να την αδράξω,
κι εγώ ΄μαι αϊτός αϊτούτσικος, περδικοκυνηγάρης,
κι οπού βρω πέτρα κάθομαι, στον ίσκιο της κοιμάμαι,
κι οπού βρω τα γλυκά κρασιά, τα πίνω τα διαβαίνω,
κι οπού βρω τα ξινά κρασιά, τα χύνω και διαβαίνω,
κι οπού βρω κόρη όμρφη φιλούσα και διαβαίνω,
κι οπού βρω κόρη άσκημη κλωτσούσα και διαβαίνω.
Πινούντας τα γλυκά κρασιά, φιλιούντας τα κοράσια
έφαγε ο νιός τους τ' άσπρα του και τις εννιά χιλάδες.
Μον μαύρος το απόμεινε και αυτόν τον παζαρεύει,
κι ο μαύρος τον έλεγε κι ο μαύρος του τού λέει:
- Μη με πουλείς αφέντη μου και μη με παζαρεύεις,
μον τάιζέ μ’ και πότιζέ μ’ και λιανοπίστριζέ(2) με
κι όντας ιδείς την τρίχα μου να μοιάσει της ελαφίνας
κι όντας ιδείς το μάτι μου να μοιάσει της γερακίνας,
σέβα(3) και βάλε στοίχημα στης Πόλης τα μιγντάνια(4),
εσύ βάλε το στοίχημα κι εγώ θα πηλαλήξω.
Αν δεν σου φερω τ'άσπρα σου και τις εννιά χιλιάδες,
και τότε πούλα μ’ αφέντη μου και τότε παζάρευέ με.
Ερμηνευτικά:
1. λιανή: λεπτοκαμωμένη.
2. πιστρίζω: χτενίζω τ' άλογο με ειδικό χτένι, το πιστρί.
3. σέβα: έμπα, σεβαίνω:μπαίνω μέσα.
4. μιγντάνια: μέρος απλωτό, πεδιάδα.
5 Δεκ 2007
12
Ένας όμορφος παλίκαρος κι όμορφο παλικάρι,
βαστά γυαλί στη τζιόπη του και φούντα στο σπαθί του
κι η κόρη που τον αγαπά κι αυτή καλά τον θέλει.
- Κόρη μ’ δεν είσαι ροδιανή, κόρη μ’ δεν είσαι άσπρη.
- Σαν θέλεις νάμαι ροδιανή, σαν θέλεις νάμαι άσπρη
Κι εσύ ΄σαι σαν τρανό πουλί, έβγα στη Σαλονίκη.
Ξαγόρασέ μ’, ξεβγαλέ μ’, Συριώτικο ζουνάρι
να στέκομαι να ζώνομαι να φαίνομαι σα γράμμα
να σειούμαι να λυγίζομαι να φαίνομαι σα γράμμα
και τότε να ΄μαι ροδιανή και τότε να ΄μαι ξάσπρη.
βαστά γυαλί στη τζιόπη του και φούντα στο σπαθί του
κι η κόρη που τον αγαπά κι αυτή καλά τον θέλει.
- Κόρη μ’ δεν είσαι ροδιανή, κόρη μ’ δεν είσαι άσπρη.
- Σαν θέλεις νάμαι ροδιανή, σαν θέλεις νάμαι άσπρη
Κι εσύ ΄σαι σαν τρανό πουλί, έβγα στη Σαλονίκη.
Ξαγόρασέ μ’, ξεβγαλέ μ’, Συριώτικο ζουνάρι
να στέκομαι να ζώνομαι να φαίνομαι σα γράμμα
να σειούμαι να λυγίζομαι να φαίνομαι σα γράμμα
και τότε να ΄μαι ροδιανή και τότε να ΄μαι ξάσπρη.
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)