Άναψε κόρη το κερί και βάλτο στο φανάρι
και φέγγε με καλά καλά, στη βάρκα να πατήσω,
η βάρκα θέλει κίνημα και το καράβι αέρα
κι η κόρη θέλει φίλημα στο μάτι και στο φρύδι.
29 Μαρ 2009
14 Μαρ 2009
26
Πολλά κάστρα περπάτησα, πολλά και μπιζετένια
κι ούδε κάστρα μπιέντησα, κι ούδε μπιζετένα.
Και κει που πάω μπιέντησα, σε μια φραγκοπούλα
την έπιανα την φίλαγα για δεύτερη και τρίτη
σ’ αυτό το τρίτο φίλημα την πιάνω την ξστάζω:
- Στο θεό, στο θεό φραγκίτσα μου, στο θιό και φραγκοπούλα
για πε ποιος είναι αξιότερος, ΄πο μένα ΄πο το φράγκο
και πες ποιος είν’ καλύτερος ΄πο μένα ΄πο το φράγκο.
- Κι αν είν’ στην ομορφάδα του, καλός ήταν κι ο φράγκος.
Το λόγο δεν απόσωσαν την συντυχιά δεν λέγουν,
μωρ’ να ΄κι ο φράγκος πόφτανε σαν φίδι πυρωμένος.
Σαν άνεμος εχύθηκεν, σα φίδι φανερώθ΄κεν.
Τον νιούτσικο μον έπιανε τα χέρια πίσ’ τα δένει
στα κάτεργα τον πήγαινε αντίκρυ της θαλάσσης.
Καν΄νάν δικό του δεν είχε να πάει στο κατόπι.
Μον είχε μια παλιά αηγορή κι αυτή μακριά στα ξένα.
Σαν τάκουσε η λυγερή πολύ της βαρυφάνκεν.
Χίλια βάζει στον κόρφο της και δυο μέσ’ στο μαντήλι
τριγύρω στο ζουνάρι της αμέτρητα τα βάνει,
αμέτρητα, αλογάριαστα για να τον ξαγοράσει.
Την στράτα στράτα πήγαινε το θεό παρακαλούσε.
Κύριέ μου να τον έφτανα αντίκρυ της θαλάσσης.
Βλέπει καράβια στο γιαλό καράβια στις θαλάσσες.
Ψιλή λαλίτσα έβγανε όσο και αν εδυνήθ’κεν.
- Σταθήτε σεις καράβια μου, κάτι να σας ρωτήσω.
Αυτόν τον ένανα πόχετε αυτού μέσα στο καράβι
χίλια δίνω να τον ιδώ και δυό να τον μιλήσω
κι αν είναι για ξαγόρασμα αμέτρητα να δώσω,
αμέτρητα κι αλογάριαστα για να τον ξαγοράσω.
Κι ο νιούτσικος τη λάλησε ΄πο μέσα απ’ το καράβι.
- Οπίσ’ οπίσω λυγερή συ μένα δε με βγάνεις
Σαν θέλ’ς τ' άσπρα σ’ να ξοδιάσης και πάλι δε με βγάνεις.
- Πότε θα νάρθ’ς αηγόρι μου και πότε θ’ ανταμωθούμε;
- Θε νάρθω κόρη μ’ θ νάρθω, θε νάρθω μα θ’ αργήσω.
Όντας θα στύψ’ η θάλασσα και γίνει μονοπάτι
και καμωθεί και οργωθεί και σπείρουν και θερίσουν
κι όντας ασπρίσει ο κόρακας σαν τ' άσπρο περιστέρι
κι όντας ΄πολήσει ο ξέρακας τα πράσινα φυντάνια
τότε θε νάρθω κόρη μου, τότε θ’ ανταμωθούμε.
- Τι μ’ έδωκες αηγόρι μου τα μαύρα μονοπάτια;
Να περπατώ, να κλαίω γω να στέκω, να βρυχούμαι
να χύνω μαύρα δάκρυα γω, να χύνονται στο κόρφο,
να γίνουν φίδια και οχιές, οχιές με δυο κεφάλια
όντας με τρώνε την καρδιά, εσένα να θυμάμαι.
κι ούδε κάστρα μπιέντησα, κι ούδε μπιζετένα.
Και κει που πάω μπιέντησα, σε μια φραγκοπούλα
την έπιανα την φίλαγα για δεύτερη και τρίτη
σ’ αυτό το τρίτο φίλημα την πιάνω την ξστάζω:
- Στο θεό, στο θεό φραγκίτσα μου, στο θιό και φραγκοπούλα
για πε ποιος είναι αξιότερος, ΄πο μένα ΄πο το φράγκο
και πες ποιος είν’ καλύτερος ΄πο μένα ΄πο το φράγκο.
- Κι αν είν’ στην ομορφάδα του, καλός ήταν κι ο φράγκος.
Το λόγο δεν απόσωσαν την συντυχιά δεν λέγουν,
μωρ’ να ΄κι ο φράγκος πόφτανε σαν φίδι πυρωμένος.
Σαν άνεμος εχύθηκεν, σα φίδι φανερώθ΄κεν.
Τον νιούτσικο μον έπιανε τα χέρια πίσ’ τα δένει
στα κάτεργα τον πήγαινε αντίκρυ της θαλάσσης.
Καν΄νάν δικό του δεν είχε να πάει στο κατόπι.
Μον είχε μια παλιά αηγορή κι αυτή μακριά στα ξένα.
Σαν τάκουσε η λυγερή πολύ της βαρυφάνκεν.
Χίλια βάζει στον κόρφο της και δυο μέσ’ στο μαντήλι
τριγύρω στο ζουνάρι της αμέτρητα τα βάνει,
αμέτρητα, αλογάριαστα για να τον ξαγοράσει.
Την στράτα στράτα πήγαινε το θεό παρακαλούσε.
Κύριέ μου να τον έφτανα αντίκρυ της θαλάσσης.
Βλέπει καράβια στο γιαλό καράβια στις θαλάσσες.
Ψιλή λαλίτσα έβγανε όσο και αν εδυνήθ’κεν.
- Σταθήτε σεις καράβια μου, κάτι να σας ρωτήσω.
Αυτόν τον ένανα πόχετε αυτού μέσα στο καράβι
χίλια δίνω να τον ιδώ και δυό να τον μιλήσω
κι αν είναι για ξαγόρασμα αμέτρητα να δώσω,
αμέτρητα κι αλογάριαστα για να τον ξαγοράσω.
Κι ο νιούτσικος τη λάλησε ΄πο μέσα απ’ το καράβι.
- Οπίσ’ οπίσω λυγερή συ μένα δε με βγάνεις
Σαν θέλ’ς τ' άσπρα σ’ να ξοδιάσης και πάλι δε με βγάνεις.
- Πότε θα νάρθ’ς αηγόρι μου και πότε θ’ ανταμωθούμε;
- Θε νάρθω κόρη μ’ θ νάρθω, θε νάρθω μα θ’ αργήσω.
Όντας θα στύψ’ η θάλασσα και γίνει μονοπάτι
και καμωθεί και οργωθεί και σπείρουν και θερίσουν
κι όντας ασπρίσει ο κόρακας σαν τ' άσπρο περιστέρι
κι όντας ΄πολήσει ο ξέρακας τα πράσινα φυντάνια
τότε θε νάρθω κόρη μου, τότε θ’ ανταμωθούμε.
- Τι μ’ έδωκες αηγόρι μου τα μαύρα μονοπάτια;
Να περπατώ, να κλαίω γω να στέκω, να βρυχούμαι
να χύνω μαύρα δάκρυα γω, να χύνονται στο κόρφο,
να γίνουν φίδια και οχιές, οχιές με δυο κεφάλια
όντας με τρώνε την καρδιά, εσένα να θυμάμαι.
24 Αυγ 2008
25
Αφέντης καβαλίκευεν τριών χρονών πουλάρι(1)
- Βρε μάθε το να πηλαλεί(2) βρε μάθε το να παίζει
βρε μάθε το να ρίχνεται χαντάκια γεμάτ’ αίμα
βρε μάθε το να δέχεται τα εννιά σπαθιά μπροστά του
βρε μάθε το να δέχεται τα χνώτα απ’ τα φουσάτα(3).
- Βρε τόμαθα να πιλαλεί, βρε τόμαθα να παίζει
βρε τόμαθα να ρίχνεται χαντάκια γεμάτ’ αίμα
βρε τόμαθα να δέχεται τα εννιά σπαθιά μπροστά το
βρε τόμαθα να δέχεται τα χνώτα απ’ τα φουσάτα.
Ερμηνευτικά
1. πουλάρι: το μικρό άλογο.
2. πηλαλώ: τρέχω.
3. φουσάτα: τα πολεμικά άλογα, το ιππικό.
- Βρε μάθε το να πηλαλεί(2) βρε μάθε το να παίζει
βρε μάθε το να ρίχνεται χαντάκια γεμάτ’ αίμα
βρε μάθε το να δέχεται τα εννιά σπαθιά μπροστά του
βρε μάθε το να δέχεται τα χνώτα απ’ τα φουσάτα(3).
- Βρε τόμαθα να πιλαλεί, βρε τόμαθα να παίζει
βρε τόμαθα να ρίχνεται χαντάκια γεμάτ’ αίμα
βρε τόμαθα να δέχεται τα εννιά σπαθιά μπροστά το
βρε τόμαθα να δέχεται τα χνώτα απ’ τα φουσάτα.
Ερμηνευτικά
1. πουλάρι: το μικρό άλογο.
2. πηλαλώ: τρέχω.
3. φουσάτα: τα πολεμικά άλογα, το ιππικό.
21 Ιουλ 2008
24
Αηγόρος και ξανθή κόρη, μαργαριτάρι σπέρνουν,
μαργαριτάρι έσπερναν, χρυσόφυλλο φυτρώνει.
Καλόγεροι το θέριζαν κι οι Τούρκοι κουβαλούσαν.
Ο βασιλιάς τ' αλώνιζε κι οι γιοί του το λιχνούσαν(1)
η Δέσπω η ξανθή κόρη τ΄αρί(2) ξεσκυβαλίζει(3).
Διαβάτη ο γιός εδιάβαινε τ'ν αρέζει(4) και την παίρνει
κι από το χέρι την άδραχνε(5) σαν το γοργό γεράκι.
Ερμηνευτικά:
1. λιχνώ και λιχνίζω: εργασία του αλωνισμού, ξεχώρισαν με την βοήθεια του ανέμου, το σιτάρι από το άχυρο.
2. αρί: είναι το χοντρόκοκκο σιτάρι.
3. ξεσκυβαλίζω: χωρίζω τα σκύβαλα από το καθαρό σιτάρι, σκύβαλα: οι ξένες ύλες.
4. αρέζω: αρέσω.
5. αδράχνω: αρπάζω με την βία.
μαργαριτάρι έσπερναν, χρυσόφυλλο φυτρώνει.
Καλόγεροι το θέριζαν κι οι Τούρκοι κουβαλούσαν.
Ο βασιλιάς τ' αλώνιζε κι οι γιοί του το λιχνούσαν(1)
η Δέσπω η ξανθή κόρη τ΄αρί(2) ξεσκυβαλίζει(3).
Διαβάτη ο γιός εδιάβαινε τ'ν αρέζει(4) και την παίρνει
κι από το χέρι την άδραχνε(5) σαν το γοργό γεράκι.
Ερμηνευτικά:
1. λιχνώ και λιχνίζω: εργασία του αλωνισμού, ξεχώρισαν με την βοήθεια του ανέμου, το σιτάρι από το άχυρο.
2. αρί: είναι το χοντρόκοκκο σιτάρι.
3. ξεσκυβαλίζω: χωρίζω τα σκύβαλα από το καθαρό σιτάρι, σκύβαλα: οι ξένες ύλες.
4. αρέζω: αρέσω.
5. αδράχνω: αρπάζω με την βία.
16 Ιουλ 2008
23
Κάθετ’ η Μάρω και κεντά μαντίλι στον αηγορό της(1)
Είχε και μια γειτόνισσα, καλή και πιστημένη.
- Μάρω μ’ αηγόρος σ’ πέθανε. Μάρω μ’ αηγόρος σ’ χάθ΄κε.
- Αλήθεια λες γειτόνισα μ’, καλή και πιστημένη;
- Αλήθεια Μάρω μ’ πέθανε, πως ΄πέσει του θανάτου.
Μεριά(2) ρίχνει το κέντημα τ'ς, μεριά και το βελόνι.
Τα παπουτσάκια τ'ς έπαιρνε, στον κήπο κατεβαίνει,
κόφτει κλωνάρ’ βασιλικό, κλωνάρι κυπαρίσσι.
Το στράτα(3) στράτα πήγαινε, το Θεό παρακαλούσε:
- Κύριέ μου να το έβρισκα παπάδες να το ψέλνουν
πέντε παπάδες να το ψέλ΄ν και δέκα μαθητούδια.
Κατά πως το παρακάλεσε, έτσι πάει και τον βρίσκει.
Πέντε παπάδες έψελ’ν και δέκα μαθητούδια.
- Μεριάστε(4) σεις παπάδες μου, μεριάστε μαθητούδια
να ιδώ κι εγώ τον νιούτσικο, πως πέσει του θανάτου;
Το σάβανο ξεσκέπας κι ο νιός χαμογελούσε..
- Βρε ιδέτε σ’ κούρβας(5) τον υιό σ’ κούρβας το κοπέλι(6)
Όντας τον έρθει το μήνυμα(7) πως πέφτει και ΄ποθνήσκει.
Ερμηνευτικά:
1. αηγόρος: αγαπητικός.
2. μεριά: παράμερα.
3. στράτα: μακρύς δρόμος.
4. μεριάστε: παραμερίστε.
5. κούρβα: γυναίκα ελευθερίων ηθών, ιερόδουλη.
6. κοπέλι: νόθος, αγνώστου πατρός.
7. μήνυμα: σε πολλά τραγούδια είναι η είδηση να πάει σε πόλεμο.
Είχε και μια γειτόνισσα, καλή και πιστημένη.
- Μάρω μ’ αηγόρος σ’ πέθανε. Μάρω μ’ αηγόρος σ’ χάθ΄κε.
- Αλήθεια λες γειτόνισα μ’, καλή και πιστημένη;
- Αλήθεια Μάρω μ’ πέθανε, πως ΄πέσει του θανάτου.
Μεριά(2) ρίχνει το κέντημα τ'ς, μεριά και το βελόνι.
Τα παπουτσάκια τ'ς έπαιρνε, στον κήπο κατεβαίνει,
κόφτει κλωνάρ’ βασιλικό, κλωνάρι κυπαρίσσι.
Το στράτα(3) στράτα πήγαινε, το Θεό παρακαλούσε:
- Κύριέ μου να το έβρισκα παπάδες να το ψέλνουν
πέντε παπάδες να το ψέλ΄ν και δέκα μαθητούδια.
Κατά πως το παρακάλεσε, έτσι πάει και τον βρίσκει.
Πέντε παπάδες έψελ’ν και δέκα μαθητούδια.
- Μεριάστε(4) σεις παπάδες μου, μεριάστε μαθητούδια
να ιδώ κι εγώ τον νιούτσικο, πως πέσει του θανάτου;
Το σάβανο ξεσκέπας κι ο νιός χαμογελούσε..
- Βρε ιδέτε σ’ κούρβας(5) τον υιό σ’ κούρβας το κοπέλι(6)
Όντας τον έρθει το μήνυμα(7) πως πέφτει και ΄ποθνήσκει.
Ερμηνευτικά:
1. αηγόρος: αγαπητικός.
2. μεριά: παράμερα.
3. στράτα: μακρύς δρόμος.
4. μεριάστε: παραμερίστε.
5. κούρβα: γυναίκα ελευθερίων ηθών, ιερόδουλη.
6. κοπέλι: νόθος, αγνώστου πατρός.
7. μήνυμα: σε πολλά τραγούδια είναι η είδηση να πάει σε πόλεμο.
13 Ιουλ 2008
22
Απάνω σ’ άσπρο μάρμαρο κοράσι(1) ακουμπισμένο
με το γαράζιο χάμοχα(2) και τη χρυσή τη ζούνα(3).
Ζυγιά βαστά στο χέρι της και το φιλί ζυγίζει,
ζυγίζει, καμπανίζεται(4), μυριοκρυφά τους λέει.
Χίλια τους λες το ταχιά(5) και δυο το μεσημέρι
και αυτού τα’αργά(6) τ' αργούτσικα για δυο για τρεις χιλιάδες.
Τριά παλικάρια τ' άκουσαν, ΄πο μέσα ΄πο την Πόλη,
καβαλικεύουν, χαίρονται, πεζεύουν καμαρώνουν,
το ΄να θαρρεί(7) στα χίλια του, τ' άλλο στα πεντακόσια,
το τρίτο το καλύτερο, θαρρεί στην ιδιανίτσα(8).
Όποιο θαρρεί στα χίλια του, μαχαίρια στην καρδιά του
κι’ όποιο στα πεντακόσια, εννιά σπαθιά στον κόρφο(9)
κι όποιο στην ιδιανίτσα του τα γρήγορα να φτάση,
τα γρήγορα να φτάση αυτός, την κόρη να κερδίσει.
Ερμηνευτικά:
1. κοράσι: κόρη, κοπέλα.
2. χάμοχας: πολυτελέστατο φόρεμα.
3. ζούνα: ζώνη.
4. καμπανίζεται: περηφανεύεται, κομπάζει.
5. το ταχιά: πολύ πρωί.
6. τ' αργά: κατά το ηλιοβασίλεμα.
7. θαρρώ: ελπίζω.
8. ιδιανίτσα: παληκαριά.
9. κόρφος : τα στήθη.
με το γαράζιο χάμοχα(2) και τη χρυσή τη ζούνα(3).
Ζυγιά βαστά στο χέρι της και το φιλί ζυγίζει,
ζυγίζει, καμπανίζεται(4), μυριοκρυφά τους λέει.
Χίλια τους λες το ταχιά(5) και δυο το μεσημέρι
και αυτού τα’αργά(6) τ' αργούτσικα για δυο για τρεις χιλιάδες.
Τριά παλικάρια τ' άκουσαν, ΄πο μέσα ΄πο την Πόλη,
καβαλικεύουν, χαίρονται, πεζεύουν καμαρώνουν,
το ΄να θαρρεί(7) στα χίλια του, τ' άλλο στα πεντακόσια,
το τρίτο το καλύτερο, θαρρεί στην ιδιανίτσα(8).
Όποιο θαρρεί στα χίλια του, μαχαίρια στην καρδιά του
κι’ όποιο στα πεντακόσια, εννιά σπαθιά στον κόρφο(9)
κι όποιο στην ιδιανίτσα του τα γρήγορα να φτάση,
τα γρήγορα να φτάση αυτός, την κόρη να κερδίσει.
Ερμηνευτικά:
1. κοράσι: κόρη, κοπέλα.
2. χάμοχας: πολυτελέστατο φόρεμα.
3. ζούνα: ζώνη.
4. καμπανίζεται: περηφανεύεται, κομπάζει.
5. το ταχιά: πολύ πρωί.
6. τ' αργά: κατά το ηλιοβασίλεμα.
7. θαρρώ: ελπίζω.
8. ιδιανίτσα: παληκαριά.
9. κόρφος : τα στήθη.
20 Απρ 2008
21
Ν’ ανέβω σε κορφόβουνο, αμάξ’ να κατεβάσω,
αμάξι σιδεράμαξο, ζευγάρι κουδουνάτο
και το ζυγούτσ’κο(1), πο ξεφω, όλο καθάριο ασήμι
και τις ζευγίτσες(2) πό βαναν, σπυρί μαργαριτάρι
και το ζευγάρι(3) πό ζευαν, δράκοι θεμελιωμένοι
και το φκετρίτσι(4) που λαλούν(5), ήταν σ’ ελιάς κλωνάρι.
Τρεις αλαφίνες τόσερναν και δυό αντρειωμένοι
κι η κόρη μέσα κάθενταν, πως δεν φανή σε κόσμο,
τον ήλιο εσυνέριζε(6), τον ήλιο το φεγγάρι.
Ήλιε μ’ πο στέλνεις το ταχιά(7), μαραίνεις τα λουλούδια,
μαραίνεις και τα βότανα(8) του Μάη τα λουλούδια.
Κι εγώ αν ντα(9) βγώ στις πόρτες μου, μαραίνω παλικάρια
όσα ματάκια κι αν με δούν, τόσες καρδίτσες κάφτω(10.
Ερμηνευτικά
1. ζυγούτσ’κος: ο ζυγός που ζεύουν τα βόδια. Δυο ξύλα παράλληλα, το επάνω κατάλληλα λοξευμένο για τα εφαμόζει στον τράχηλο των ζώων, το κάτω απλό.
2. ζευγίτσες: δύο βέργες, ξύλινες ή σιδερένιες που τοποθετούνται στα δυο άκρα του ζυγού όταν δεχτούν τα βόδια.
3. ζευγάρι: τα δύο ζώα που ζεύουν.
4. φκετρίτσι: η βουκέντρα, ξύλινη βέργα μήκους δύο μέτρων περίπου, με την οποία κεντούν τα βόδια για να προχωρούν.
5. λαλώ τα ζώα: αναγκάζω τα ζώα να περπατούν.
6. συνερίζω: προκαλώ, πειράζω.
7. το ταχιά: το πρωί
8. βότανα: διάφορα χόρτα του βουνού με θεραπευτικές ιδιότητες
9. ντα: όντας, όταν
10. κάφτω: καίω
αμάξι σιδεράμαξο, ζευγάρι κουδουνάτο
και το ζυγούτσ’κο(1), πο ξεφω, όλο καθάριο ασήμι
και τις ζευγίτσες(2) πό βαναν, σπυρί μαργαριτάρι
και το ζευγάρι(3) πό ζευαν, δράκοι θεμελιωμένοι
και το φκετρίτσι(4) που λαλούν(5), ήταν σ’ ελιάς κλωνάρι.
Τρεις αλαφίνες τόσερναν και δυό αντρειωμένοι
κι η κόρη μέσα κάθενταν, πως δεν φανή σε κόσμο,
τον ήλιο εσυνέριζε(6), τον ήλιο το φεγγάρι.
Ήλιε μ’ πο στέλνεις το ταχιά(7), μαραίνεις τα λουλούδια,
μαραίνεις και τα βότανα(8) του Μάη τα λουλούδια.
Κι εγώ αν ντα(9) βγώ στις πόρτες μου, μαραίνω παλικάρια
όσα ματάκια κι αν με δούν, τόσες καρδίτσες κάφτω(10.
Ερμηνευτικά
1. ζυγούτσ’κος: ο ζυγός που ζεύουν τα βόδια. Δυο ξύλα παράλληλα, το επάνω κατάλληλα λοξευμένο για τα εφαμόζει στον τράχηλο των ζώων, το κάτω απλό.
2. ζευγίτσες: δύο βέργες, ξύλινες ή σιδερένιες που τοποθετούνται στα δυο άκρα του ζυγού όταν δεχτούν τα βόδια.
3. ζευγάρι: τα δύο ζώα που ζεύουν.
4. φκετρίτσι: η βουκέντρα, ξύλινη βέργα μήκους δύο μέτρων περίπου, με την οποία κεντούν τα βόδια για να προχωρούν.
5. λαλώ τα ζώα: αναγκάζω τα ζώα να περπατούν.
6. συνερίζω: προκαλώ, πειράζω.
7. το ταχιά: το πρωί
8. βότανα: διάφορα χόρτα του βουνού με θεραπευτικές ιδιότητες
9. ντα: όντας, όταν
10. κάφτω: καίω
30 Μαρ 2008
20
Μια περδικίτσα μας χρυσή τα εννιά κουδούνια αλλάζει
τα τριά λαλούσαν το ταχιά, τα τριά το μεσημέρι
τα τριά πααίνουν κι έρχονται για προξενιά στην Πόλη.
Ρωτούσαν κι καλά ρωτούν που νάβρουν τέτοια κόρη,
τέτοια ψηλή, τέτοια λιγνή και τέτοια μαυρομάτα.
Εδώ σ’ αυτόν τον μαχαλά στον άλλο παρακάτω
εδώ ΄ναι τέτοια λυγερή και τέτοια μαυρομάτα
τέτοια ψηλή, τέτοια λιγνή και τέτοια μαυρομάτα.
Ψηλή, λιγνή σαν το βεργί, ομοιάζει το καλάμι.
Αυτή έχει κορμί για χάμουχα(1) και μέση για ζουνάρι
κι αυτή έχει τον άσπρο τον λαιμό για κίτρινο γκιρντάνι
αυτή έχει το ίσιο το τσιακάκι(2) για το μαργαριτάρι.
Σαν το δικό της το κορμί μηλιά είδα ΄γω στην Πόλη,
και κυδωνιά στον Γαλατά με τ' ασημένια φύλλα.
Ερμηνευτικά:
1. χάμουχας: πολυτελέστατο πανωφόρι
2. τσιακάκι: το μέτωπο
τα τριά λαλούσαν το ταχιά, τα τριά το μεσημέρι
τα τριά πααίνουν κι έρχονται για προξενιά στην Πόλη.
Ρωτούσαν κι καλά ρωτούν που νάβρουν τέτοια κόρη,
τέτοια ψηλή, τέτοια λιγνή και τέτοια μαυρομάτα.
Εδώ σ’ αυτόν τον μαχαλά στον άλλο παρακάτω
εδώ ΄ναι τέτοια λυγερή και τέτοια μαυρομάτα
τέτοια ψηλή, τέτοια λιγνή και τέτοια μαυρομάτα.
Ψηλή, λιγνή σαν το βεργί, ομοιάζει το καλάμι.
Αυτή έχει κορμί για χάμουχα(1) και μέση για ζουνάρι
κι αυτή έχει τον άσπρο τον λαιμό για κίτρινο γκιρντάνι
αυτή έχει το ίσιο το τσιακάκι(2) για το μαργαριτάρι.
Σαν το δικό της το κορμί μηλιά είδα ΄γω στην Πόλη,
και κυδωνιά στον Γαλατά με τ' ασημένια φύλλα.
Ερμηνευτικά:
1. χάμουχας: πολυτελέστατο πανωφόρι
2. τσιακάκι: το μέτωπο
9 Μαρ 2008
19
Κουράσιο(1) εστολίζεταν Σαββάτο όλη μέρα,
στολίδια δεν απόσωναν να την αποστολίσουν
και το ταχιά(2) την Κυριακή στην εκκλησιά να πάει.
Απ’ το τσιοσμέ(3) εδιάβηκεν, πούταν τα παλικάρια,
στη μια μεριά ήταν δώδεκα, στην άλλη δεκαπέντε
και πέρασεν τα δώδεκα κι πάει στα δεκαπέντε.
Καλ’ μέρα δεν τους έδωσε, πολλή καλ’μέρα νάχει.
Βρε ιδέ την ασημόβεργα τ’ν ασημοζυμωμένη,
πως στέκει, πως λυγίζεται, καλ’μέρα δεν μας δίνει,
καλ’μέρα δεν μας έδωσε πολλή καλ’μέρα νάχει.
Αυτή δεν είν απ’ άνθρωπο, π’ ανθρώπους καμωμένη
αυτή είναι ΄πο τους ουρανούς καγκελοτουρνεμένη(4).
Στα σύννεφα εκρύβεται να μη παρβασκουρσέψει(5),
τα σύννεφα εσκόρπισαν κι η κόρη φανερώθ’κεν.
Όσοι ρωμιοί την έβλεπαν το «Κύριε ελέησον» λέγουν
κι όσοι Τουρκιά κι αν άκουσαν, το σαλαβάτι6 κάνουν.
Ερμηνευτικά:
1. Κουράσιο: η κοπέλα, η κορασίδα
2. ταχιά: αύριο
3. τσιοσμές: βρύση που παίρνει νερό όλο το χωριό
4. καγκελοτουρνεμένη: μεταφορική έννοια, ομορφοφκιασμένη
5. παρβασκουρσέψει: παραστρατίσει ηθικά
6. σαλαβάτι: προσευχή
στολίδια δεν απόσωναν να την αποστολίσουν
και το ταχιά(2) την Κυριακή στην εκκλησιά να πάει.
Απ’ το τσιοσμέ(3) εδιάβηκεν, πούταν τα παλικάρια,
στη μια μεριά ήταν δώδεκα, στην άλλη δεκαπέντε
και πέρασεν τα δώδεκα κι πάει στα δεκαπέντε.
Καλ’ μέρα δεν τους έδωσε, πολλή καλ’μέρα νάχει.
Βρε ιδέ την ασημόβεργα τ’ν ασημοζυμωμένη,
πως στέκει, πως λυγίζεται, καλ’μέρα δεν μας δίνει,
καλ’μέρα δεν μας έδωσε πολλή καλ’μέρα νάχει.
Αυτή δεν είν απ’ άνθρωπο, π’ ανθρώπους καμωμένη
αυτή είναι ΄πο τους ουρανούς καγκελοτουρνεμένη(4).
Στα σύννεφα εκρύβεται να μη παρβασκουρσέψει(5),
τα σύννεφα εσκόρπισαν κι η κόρη φανερώθ’κεν.
Όσοι ρωμιοί την έβλεπαν το «Κύριε ελέησον» λέγουν
κι όσοι Τουρκιά κι αν άκουσαν, το σαλαβάτι6 κάνουν.
Ερμηνευτικά:
1. Κουράσιο: η κοπέλα, η κορασίδα
2. ταχιά: αύριο
3. τσιοσμές: βρύση που παίρνει νερό όλο το χωριό
4. καγκελοτουρνεμένη: μεταφορική έννοια, ομορφοφκιασμένη
5. παρβασκουρσέψει: παραστρατίσει ηθικά
6. σαλαβάτι: προσευχή
11 Φεβ 2008
18
Μια περδικίτσα μας χρυσή κι εικόνα μας γραμμένη.
Μωρ’ που ήσαν, που ξεχείμαζες και που καλοκαιριάζεις;
Στην πέτρα που ξεχείμαζα και ξει ξεκαλοκαιριάζω
και το καλάμι είν’ στους ανέμους, ανέμους της αγάπης.
Κι αυτή η αγάπη ήταν κακιά, αλί ποιον θα κολλήσεις
σαν ακολλήσει φρόνιμη, την ξέρει μοναχή της,
σαν ακολλήσει λουλούτσικη την ξέρ’ ο κόσμος όλος.
Δεν σε ρωτώ περδίκα μου, πως πιάνεται η αγάπη;
Από τα μάτια πιάνεται, στα χείλη κατεβαίνει,
κι από τα χείλη στην καρδιά και στην καρδιά ριζώνει
και στην καρδιά ορίζωσε, σαν το κομμάτι πάγος.
Τα χιόνια πέφτουν στα βουνά κι όλα αναλούν και λιώνουν.
Το δ’κό μου το ντέρτι(1) και το πάθος, δεν αναλεί(2) δεν λιώνει.
Βρέ φέρτε τα εννιά κλειδιά τα δεκαοχτώ νοιχτάρια
ν’ανοίξω την καρδούλα μου να δω τον πάθο πόχω.
Εγώ ΄χω πάθο στο βουνό και ντέρτι σαν ελάφι.
Το δ’κό μ’ το ντέρτι κι το πάθ’ κάνας να μην το πάθει.
Κι ούδε Τούρκος, κι ούδε Ρωμιός κι’ ούδε ΄πο τους εχθρούς μου.
Ερμηνευτικά
1. ντέρτι: βάσανο
2. αναλεί: λιώνει
Μωρ’ που ήσαν, που ξεχείμαζες και που καλοκαιριάζεις;
Στην πέτρα που ξεχείμαζα και ξει ξεκαλοκαιριάζω
και το καλάμι είν’ στους ανέμους, ανέμους της αγάπης.
Κι αυτή η αγάπη ήταν κακιά, αλί ποιον θα κολλήσεις
σαν ακολλήσει φρόνιμη, την ξέρει μοναχή της,
σαν ακολλήσει λουλούτσικη την ξέρ’ ο κόσμος όλος.
Δεν σε ρωτώ περδίκα μου, πως πιάνεται η αγάπη;
Από τα μάτια πιάνεται, στα χείλη κατεβαίνει,
κι από τα χείλη στην καρδιά και στην καρδιά ριζώνει
και στην καρδιά ορίζωσε, σαν το κομμάτι πάγος.
Τα χιόνια πέφτουν στα βουνά κι όλα αναλούν και λιώνουν.
Το δ’κό μου το ντέρτι(1) και το πάθος, δεν αναλεί(2) δεν λιώνει.
Βρέ φέρτε τα εννιά κλειδιά τα δεκαοχτώ νοιχτάρια
ν’ανοίξω την καρδούλα μου να δω τον πάθο πόχω.
Εγώ ΄χω πάθο στο βουνό και ντέρτι σαν ελάφι.
Το δ’κό μ’ το ντέρτι κι το πάθ’ κάνας να μην το πάθει.
Κι ούδε Τούρκος, κι ούδε Ρωμιός κι’ ούδε ΄πο τους εχθρούς μου.
Ερμηνευτικά
1. ντέρτι: βάσανο
2. αναλεί: λιώνει
14 Ιαν 2008
17
Η μάνα πούχε τον υιό, τον μικροκανακάρη
τον άλλαζε, τον στόλιζε, στον δάσκαλο τον στέλνει.
Κι ο δάσκαλος τον έπλεμπε με τριά κλωνάρια μόσχο
κι ο δάσκαλος τον έδερνε με τ'ν ασημένια βέργα,
κι ο δάσκαλος τον ρώτησε κι ο δάσκαλος τον λέει:
- Καλέ μου πουν’ τα γράμματα σ’ καλέ μου πουν ο νού σου;
- Τα γράμματά μ’ είν’ στο χαρτί κι ο νους μου στην αγάπη,
κι ο νους μου πέρα πέρασε, πέρα στις μαυρομάτες,
πόχουν το μάτι στο γυαλί, το φρύδι στο γαϊτάνι
και του κοράκου το φτερό τόχουν καμαροφρύδι
καμαροφρύδι, σα φτερό καγκελοτουρνημένο.
τον άλλαζε, τον στόλιζε, στον δάσκαλο τον στέλνει.
Κι ο δάσκαλος τον έπλεμπε με τριά κλωνάρια μόσχο
κι ο δάσκαλος τον έδερνε με τ'ν ασημένια βέργα,
κι ο δάσκαλος τον ρώτησε κι ο δάσκαλος τον λέει:
- Καλέ μου πουν’ τα γράμματα σ’ καλέ μου πουν ο νού σου;
- Τα γράμματά μ’ είν’ στο χαρτί κι ο νους μου στην αγάπη,
κι ο νους μου πέρα πέρασε, πέρα στις μαυρομάτες,
πόχουν το μάτι στο γυαλί, το φρύδι στο γαϊτάνι
και του κοράκου το φτερό τόχουν καμαροφρύδι
καμαροφρύδι, σα φτερό καγκελοτουρνημένο.
2 Ιαν 2008
16
Ένας όμορφος παλίκαρος κι όμορφο παλικάρι
βόσκει κοπάδια πρόβατα με τ’ν ασημένια γκέγκα(1)
τα σούριζεν(2) τα πήγαινε, πάει να τα ποτίσει
και κει που πάει να τα ποτίσ’, στη λεύκα(3) που λευκαίνει(4)
βρίσκει μια γερόντισσα στη λεύκα που λευκαίνει
και με το νού της έλεγε και με το νού της λέει:
- Κύριε μ’ γαμπρό να τόκανα και πεθερά να μ’ έχει.
- Σαν θες, γαμπρό για να με κάμ’ς και πεθερά να σ’ έχω,
κάμε τη θυγατέρα σου να λάμπει σαν τον ήλιο.
Το ήλιο βάλε πρόσωπο και το φεγγάρ’ αστήθι,
και τον καθάριο άργυρο, καθάριο δαχτυλίδι
και τότε να με κάμ’ς γαμπρό και πεθερά να σ’έχω.
Ερμηνευτικά.
1. γκέγκα: η γκλίτσα
2. σουρίζω: σφυρίζω
3. λεύκα: μεγάλο δέντρο, ψηλό, αγαπά το νερό.
4. λευκαίνω: κάμνω κάτι λευκό. Τα άσπρα πανιά, που ύφαιναν στους αργαλειούς, ακολουθούσε το λεύκαμα. Μέρες ολόκληρες έβρεχαν τα πανιά, τα ήλιαζαν.
βόσκει κοπάδια πρόβατα με τ’ν ασημένια γκέγκα(1)
τα σούριζεν(2) τα πήγαινε, πάει να τα ποτίσει
και κει που πάει να τα ποτίσ’, στη λεύκα(3) που λευκαίνει(4)
βρίσκει μια γερόντισσα στη λεύκα που λευκαίνει
και με το νού της έλεγε και με το νού της λέει:
- Κύριε μ’ γαμπρό να τόκανα και πεθερά να μ’ έχει.
- Σαν θες, γαμπρό για να με κάμ’ς και πεθερά να σ’ έχω,
κάμε τη θυγατέρα σου να λάμπει σαν τον ήλιο.
Το ήλιο βάλε πρόσωπο και το φεγγάρ’ αστήθι,
και τον καθάριο άργυρο, καθάριο δαχτυλίδι
και τότε να με κάμ’ς γαμπρό και πεθερά να σ’έχω.
Ερμηνευτικά.
1. γκέγκα: η γκλίτσα
2. σουρίζω: σφυρίζω
3. λεύκα: μεγάλο δέντρο, ψηλό, αγαπά το νερό.
4. λευκαίνω: κάμνω κάτι λευκό. Τα άσπρα πανιά, που ύφαιναν στους αργαλειούς, ακολουθούσε το λεύκαμα. Μέρες ολόκληρες έβρεχαν τα πανιά, τα ήλιαζαν.
24 Δεκ 2007
15
Πέντε μικρές τον αηγαπούν και δεκαοχτώ μεγάλες,
όλες πααίνουν κι έρχονται κι όλες φιλί του δίνουν.
Μον μια λιανή, λιανούτσικη, λιανή και μαυρομάτα
κι ουδέ πααίνει κι έρχεται κι ουδέ φιλί του δίνει.
- Κόρη μ’ για δώσ’ με φίλημα, κόρη για δώσ’με πόνο.
- Πώς να σε δώσω φίλημα, πώς να σε δώσω πόνο;
Κι είσαι λουλός λουλούτσικος και θέλεις μολογήσει;
- Μα τ'άστρα, μα τους ουρανούς, δεν θέλω μολογήσει.
- Μα τα’στρο το μικρότερο πααίνει κατόπι στον ήλιο.
Ο ουρανός θα το πουλήσει κι ο νιός θα τ' αγοράσει
να τόχει στον κάμπο φλάμπουρο, στην εκκλησιά λαμπάδα,
σ’ αυτές τις πόρτες π’αγαπά, λαμπάδα να τον φέγγει
και σ’ αυτό το πρωτοκίνημα φεγγάρι να το φέγγει.
όλες πααίνουν κι έρχονται κι όλες φιλί του δίνουν.
Μον μια λιανή, λιανούτσικη, λιανή και μαυρομάτα
κι ουδέ πααίνει κι έρχεται κι ουδέ φιλί του δίνει.
- Κόρη μ’ για δώσ’ με φίλημα, κόρη για δώσ’με πόνο.
- Πώς να σε δώσω φίλημα, πώς να σε δώσω πόνο;
Κι είσαι λουλός λουλούτσικος και θέλεις μολογήσει;
- Μα τ'άστρα, μα τους ουρανούς, δεν θέλω μολογήσει.
- Μα τα’στρο το μικρότερο πααίνει κατόπι στον ήλιο.
Ο ουρανός θα το πουλήσει κι ο νιός θα τ' αγοράσει
να τόχει στον κάμπο φλάμπουρο, στην εκκλησιά λαμπάδα,
σ’ αυτές τις πόρτες π’αγαπά, λαμπάδα να τον φέγγει
και σ’ αυτό το πρωτοκίνημα φεγγάρι να το φέγγει.
20 Δεκ 2007
14
Γραμματικός εκάθονταν στου βασιλιά τις πόρτες,
τον ουρανό είχε χαρτί τη θάλασσα μελάνη
κι έκατσε και λογάριαζε τριών χρονών αγάπη.
Εσείστηκαν τα χέρια του και χύει τη μελάνη
και λέρωσεν τα ρούχα του τα λινομεταξένια.
Κάναν δικό τ’ δεν είχεν να πάει να τα πλύνει.
Μον είχε μιαν παλιάν αγάπη κι αυτή μακριά στα ξένα.
Χαμπέρι(1) την προβόϊδισε(2) να πάει να τα πλύνει.
Σαν τ'άκουσε κι η λυγερή πολύ της βαρυφάν’κεν.
Βρε σώπα, σώπα αηγόρι μου κι εγώ θα σου τα πλύνω.
Το δάκρυ σ’ και το δάκρυ μου νερό και θα το πλύνω
το σάλι σ’ και το σάλι μου σαπούν και θα το βάλω.
Τον καϋμό πόχω στην καρδιά, ήλιος και θα τα στεγνώσει.
Ερμηνευτικά
1. χαμπέρι: είδηση
2. προβόϊδισε:της έστειλε
τον ουρανό είχε χαρτί τη θάλασσα μελάνη
κι έκατσε και λογάριαζε τριών χρονών αγάπη.
Εσείστηκαν τα χέρια του και χύει τη μελάνη
και λέρωσεν τα ρούχα του τα λινομεταξένια.
Κάναν δικό τ’ δεν είχεν να πάει να τα πλύνει.
Μον είχε μιαν παλιάν αγάπη κι αυτή μακριά στα ξένα.
Χαμπέρι(1) την προβόϊδισε(2) να πάει να τα πλύνει.
Σαν τ'άκουσε κι η λυγερή πολύ της βαρυφάν’κεν.
Βρε σώπα, σώπα αηγόρι μου κι εγώ θα σου τα πλύνω.
Το δάκρυ σ’ και το δάκρυ μου νερό και θα το πλύνω
το σάλι σ’ και το σάλι μου σαπούν και θα το βάλω.
Τον καϋμό πόχω στην καρδιά, ήλιος και θα τα στεγνώσει.
Ερμηνευτικά
1. χαμπέρι: είδηση
2. προβόϊδισε:της έστειλε
6 Δεκ 2007
13
Η μάνα πόχει τον υιό κι’ αρέζει στις νυφάδες,
αρέζει μια ΄πο σ’ όμορφες κι άλλη ΄πο σ’ μαυρομάτες,
αρέζει και μια λιανούτσικη, λιανή(1) και μαυρομάτα.
Κι αυτή ΄ταν ακατάδεχτη, δε θέλει καταδεχτεί μας.
- Μωρ’ νάμαι ήλιος να την πιώ, αϊτός να την αδράξω,
κι εγώ ΄μαι αϊτός αϊτούτσικος, περδικοκυνηγάρης,
κι οπού βρω πέτρα κάθομαι, στον ίσκιο της κοιμάμαι,
κι οπού βρω τα γλυκά κρασιά, τα πίνω τα διαβαίνω,
κι οπού βρω τα ξινά κρασιά, τα χύνω και διαβαίνω,
κι οπού βρω κόρη όμρφη φιλούσα και διαβαίνω,
κι οπού βρω κόρη άσκημη κλωτσούσα και διαβαίνω.
Πινούντας τα γλυκά κρασιά, φιλιούντας τα κοράσια
έφαγε ο νιός τους τ' άσπρα του και τις εννιά χιλάδες.
Μον μαύρος το απόμεινε και αυτόν τον παζαρεύει,
κι ο μαύρος τον έλεγε κι ο μαύρος του τού λέει:
- Μη με πουλείς αφέντη μου και μη με παζαρεύεις,
μον τάιζέ μ’ και πότιζέ μ’ και λιανοπίστριζέ(2) με
κι όντας ιδείς την τρίχα μου να μοιάσει της ελαφίνας
κι όντας ιδείς το μάτι μου να μοιάσει της γερακίνας,
σέβα(3) και βάλε στοίχημα στης Πόλης τα μιγντάνια(4),
εσύ βάλε το στοίχημα κι εγώ θα πηλαλήξω.
Αν δεν σου φερω τ'άσπρα σου και τις εννιά χιλιάδες,
και τότε πούλα μ’ αφέντη μου και τότε παζάρευέ με.
Ερμηνευτικά:
1. λιανή: λεπτοκαμωμένη.
2. πιστρίζω: χτενίζω τ' άλογο με ειδικό χτένι, το πιστρί.
3. σέβα: έμπα, σεβαίνω:μπαίνω μέσα.
4. μιγντάνια: μέρος απλωτό, πεδιάδα.
αρέζει μια ΄πο σ’ όμορφες κι άλλη ΄πο σ’ μαυρομάτες,
αρέζει και μια λιανούτσικη, λιανή(1) και μαυρομάτα.
Κι αυτή ΄ταν ακατάδεχτη, δε θέλει καταδεχτεί μας.
- Μωρ’ νάμαι ήλιος να την πιώ, αϊτός να την αδράξω,
κι εγώ ΄μαι αϊτός αϊτούτσικος, περδικοκυνηγάρης,
κι οπού βρω πέτρα κάθομαι, στον ίσκιο της κοιμάμαι,
κι οπού βρω τα γλυκά κρασιά, τα πίνω τα διαβαίνω,
κι οπού βρω τα ξινά κρασιά, τα χύνω και διαβαίνω,
κι οπού βρω κόρη όμρφη φιλούσα και διαβαίνω,
κι οπού βρω κόρη άσκημη κλωτσούσα και διαβαίνω.
Πινούντας τα γλυκά κρασιά, φιλιούντας τα κοράσια
έφαγε ο νιός τους τ' άσπρα του και τις εννιά χιλάδες.
Μον μαύρος το απόμεινε και αυτόν τον παζαρεύει,
κι ο μαύρος τον έλεγε κι ο μαύρος του τού λέει:
- Μη με πουλείς αφέντη μου και μη με παζαρεύεις,
μον τάιζέ μ’ και πότιζέ μ’ και λιανοπίστριζέ(2) με
κι όντας ιδείς την τρίχα μου να μοιάσει της ελαφίνας
κι όντας ιδείς το μάτι μου να μοιάσει της γερακίνας,
σέβα(3) και βάλε στοίχημα στης Πόλης τα μιγντάνια(4),
εσύ βάλε το στοίχημα κι εγώ θα πηλαλήξω.
Αν δεν σου φερω τ'άσπρα σου και τις εννιά χιλιάδες,
και τότε πούλα μ’ αφέντη μου και τότε παζάρευέ με.
Ερμηνευτικά:
1. λιανή: λεπτοκαμωμένη.
2. πιστρίζω: χτενίζω τ' άλογο με ειδικό χτένι, το πιστρί.
3. σέβα: έμπα, σεβαίνω:μπαίνω μέσα.
4. μιγντάνια: μέρος απλωτό, πεδιάδα.
5 Δεκ 2007
12
Ένας όμορφος παλίκαρος κι όμορφο παλικάρι,
βαστά γυαλί στη τζιόπη του και φούντα στο σπαθί του
κι η κόρη που τον αγαπά κι αυτή καλά τον θέλει.
- Κόρη μ’ δεν είσαι ροδιανή, κόρη μ’ δεν είσαι άσπρη.
- Σαν θέλεις νάμαι ροδιανή, σαν θέλεις νάμαι άσπρη
Κι εσύ ΄σαι σαν τρανό πουλί, έβγα στη Σαλονίκη.
Ξαγόρασέ μ’, ξεβγαλέ μ’, Συριώτικο ζουνάρι
να στέκομαι να ζώνομαι να φαίνομαι σα γράμμα
να σειούμαι να λυγίζομαι να φαίνομαι σα γράμμα
και τότε να ΄μαι ροδιανή και τότε να ΄μαι ξάσπρη.
βαστά γυαλί στη τζιόπη του και φούντα στο σπαθί του
κι η κόρη που τον αγαπά κι αυτή καλά τον θέλει.
- Κόρη μ’ δεν είσαι ροδιανή, κόρη μ’ δεν είσαι άσπρη.
- Σαν θέλεις νάμαι ροδιανή, σαν θέλεις νάμαι άσπρη
Κι εσύ ΄σαι σαν τρανό πουλί, έβγα στη Σαλονίκη.
Ξαγόρασέ μ’, ξεβγαλέ μ’, Συριώτικο ζουνάρι
να στέκομαι να ζώνομαι να φαίνομαι σα γράμμα
να σειούμαι να λυγίζομαι να φαίνομαι σα γράμμα
και τότε να ΄μαι ροδιανή και τότε να ΄μαι ξάσπρη.
11 Νοε 2007
11
Δήμο μ’ σε κράζ’ ο βασιλιάς, Δήμο μ’ σε θέλ’ ο αφέντης.
- Σαν τι με κράζ’ ο βασιλιάς, σαν τι με θέλ’ ο αφέντης;
- Αν είν’ με κράζει για καλό, να ντύσω ρούχα νάρθω,
κι αν είν’ με κράζει για κακό, να πάω κατά πως είμαι.
Και κίνησε ο Δήμουλας κι πάει κατά πως ήταν.
Κι σαν τον είδε ο βασιλιάς πολύ του καλοφάν’κεν.
- Βρε τι μποδίθ’κες Δήμουλα κι’ πο πολύς δεν ήρθες;
Μας ζήμιωσεν η Αραπιά και θέλει να μας πνίξει.
- Δεν ήξερα αφέντη μου να ντύσω ρούχα νάρθω
Δεν ήξερα έτσι βασιλιά να μάσω παλικάρια…
Κι ΄βγαλε κι του έδωσε πολλού καλά τα ρούχα
κι βγάνει και του έμασε τρακόσα παλικάρια.
Στην Αραπιά τον έστειλε σα φίδι πυρωμένο.
Σαν άνεμος εχύθηκε, σα φίδι φανερώθ’κεν.
Κι πιάν’ όλους τους Αραπάδες κι απ’ τα μαλλιά τους δεν’
Ιδιάζουν(1) τ’ αραπόπαιδα σα γίδια ΄πο μπροστά του,
τα μάζωνε τα πήγαινεν στο βασιλιά τα πάει.
Κι’ σαν τον είδ’ ο βασιλιάς, πλύ τον καλοφάν’κεν.
- Καλότυχος βρε Δήμουλα με την ανδρίτσια πόχεις.
- Βρε τώρα μ’ είδες βασιλιά με την ανδρίτσα πόχω;
- Βρε τώρα σ’ είδα Δήμουλα, τώρα θα σε κερδίσω
Ερμηνευτικά:
Ιδιάζουν: περνοδιαβαίνουν.
- Σαν τι με κράζ’ ο βασιλιάς, σαν τι με θέλ’ ο αφέντης;
- Αν είν’ με κράζει για καλό, να ντύσω ρούχα νάρθω,
κι αν είν’ με κράζει για κακό, να πάω κατά πως είμαι.
Και κίνησε ο Δήμουλας κι πάει κατά πως ήταν.
Κι σαν τον είδε ο βασιλιάς πολύ του καλοφάν’κεν.
- Βρε τι μποδίθ’κες Δήμουλα κι’ πο πολύς δεν ήρθες;
Μας ζήμιωσεν η Αραπιά και θέλει να μας πνίξει.
- Δεν ήξερα αφέντη μου να ντύσω ρούχα νάρθω
Δεν ήξερα έτσι βασιλιά να μάσω παλικάρια…
Κι ΄βγαλε κι του έδωσε πολλού καλά τα ρούχα
κι βγάνει και του έμασε τρακόσα παλικάρια.
Στην Αραπιά τον έστειλε σα φίδι πυρωμένο.
Σαν άνεμος εχύθηκε, σα φίδι φανερώθ’κεν.
Κι πιάν’ όλους τους Αραπάδες κι απ’ τα μαλλιά τους δεν’
Ιδιάζουν(1) τ’ αραπόπαιδα σα γίδια ΄πο μπροστά του,
τα μάζωνε τα πήγαινεν στο βασιλιά τα πάει.
Κι’ σαν τον είδ’ ο βασιλιάς, πλύ τον καλοφάν’κεν.
- Καλότυχος βρε Δήμουλα με την ανδρίτσια πόχεις.
- Βρε τώρα μ’ είδες βασιλιά με την ανδρίτσα πόχω;
- Βρε τώρα σ’ είδα Δήμουλα, τώρα θα σε κερδίσω
Ερμηνευτικά:
Ιδιάζουν: περνοδιαβαίνουν.
3 Νοε 2007
10
Τούρκος παινέθ’κεν στο σπαθί και Φράγκος στο κοντάρι,
παινέθ’κεν κι ένας νιός καλός(1) τη θάλασσα να πλέξει.
Σαν τ'άκουσεν κι ο βασιλιάς πολύ του καλοφάν’κεν.
Βρε ποιος είν’ αυτός, βρε ποιος είν’ αυτός τη θάλασσα π΄θα πλέξει;
Αν είν’ και πλέξ’ τη θάλασσα, γαμπρό για να τον κάνω.
Σαν θέλει τη θυγατέρα μου, σα θέλ’ την αδελφή μου,
σα θέλει την ανεψούλα μου, πόχει τα μαύρα μάτια.
Σαν τ' άκουσε ο νιούτσικος πολύ τον καλοφάν’κεν.
Ξεντύθ’κεν, ξαρματώθηκεν τη θάλασσα να πλέξει.
Σαράντα μέρες έπλεκεν, γελώντας, τραγουδώντας
και άλλες σαράντα τέσσαρες κλαίοντας και βρυχιώντας.
Και βλέπει ο Θεός, ήτα άδικο και το πολύ το Θάμα,
κι από μπροστά τον βλόγησε με λόγια με κατούγια
κι΄από τα λόγια πιάστηκε και στα κατούγια πάει
κι΄αυτού στη μέσ΄ στη θάλασσα βρίσκει βεργοκαστρίτσι
βρίσκει τ΄ν αγάπη την παλιά, που υφαίνει που τραγούδα.
Να τη σμποριάξει(3) ντρέπεται, να συντυχίσει(3) φοβάται.
Γυρνά η κόρη και των ρωτά και τον καλοξετάζει
- Σε τι λιμπήθ’κες(4) νιούτσικε μ’ να χάσεις τ'ν ανερειά σου;
- Ουδε σ’ ασήμ’ λιμπήθηκα ουδέ σ’ μαργαριτάρι,
εκεί που πάω λιμπήθηκα σε μια βασιλοπούλα.
Σαράντα μέρες έπλεγα γελώντας τραγουδώντας
κι άλλες σαράτα τέσσαρες κλαιώντας κι βρυχιώντας.
- Ακόμα σαράντα πρεπ’ να πλέξ’ και πάλι δεν την παίρνεις.
Ερμηνευτικά
1. νιός καλός: άλλοι το λέγαν∙ παινέθ’κεν κι’ ένα ρωμηόπουλο.
2. σμποριάζω: μιλώ, λέω κάτι
3. συντυχίζω: κάθομαι μαζί
4. λιμπίζομαι: επιθυμώ πολύ και θέλω να το πάρω.
παινέθ’κεν κι ένας νιός καλός(1) τη θάλασσα να πλέξει.
Σαν τ'άκουσεν κι ο βασιλιάς πολύ του καλοφάν’κεν.
Βρε ποιος είν’ αυτός, βρε ποιος είν’ αυτός τη θάλασσα π΄θα πλέξει;
Αν είν’ και πλέξ’ τη θάλασσα, γαμπρό για να τον κάνω.
Σαν θέλει τη θυγατέρα μου, σα θέλ’ την αδελφή μου,
σα θέλει την ανεψούλα μου, πόχει τα μαύρα μάτια.
Σαν τ' άκουσε ο νιούτσικος πολύ τον καλοφάν’κεν.
Ξεντύθ’κεν, ξαρματώθηκεν τη θάλασσα να πλέξει.
Σαράντα μέρες έπλεκεν, γελώντας, τραγουδώντας
και άλλες σαράντα τέσσαρες κλαίοντας και βρυχιώντας.
Και βλέπει ο Θεός, ήτα άδικο και το πολύ το Θάμα,
κι από μπροστά τον βλόγησε με λόγια με κατούγια
κι΄από τα λόγια πιάστηκε και στα κατούγια πάει
κι΄αυτού στη μέσ΄ στη θάλασσα βρίσκει βεργοκαστρίτσι
βρίσκει τ΄ν αγάπη την παλιά, που υφαίνει που τραγούδα.
Να τη σμποριάξει(3) ντρέπεται, να συντυχίσει(3) φοβάται.
Γυρνά η κόρη και των ρωτά και τον καλοξετάζει
- Σε τι λιμπήθ’κες(4) νιούτσικε μ’ να χάσεις τ'ν ανερειά σου;
- Ουδε σ’ ασήμ’ λιμπήθηκα ουδέ σ’ μαργαριτάρι,
εκεί που πάω λιμπήθηκα σε μια βασιλοπούλα.
Σαράντα μέρες έπλεγα γελώντας τραγουδώντας
κι άλλες σαράτα τέσσαρες κλαιώντας κι βρυχιώντας.
- Ακόμα σαράντα πρεπ’ να πλέξ’ και πάλι δεν την παίρνεις.
Ερμηνευτικά
1. νιός καλός: άλλοι το λέγαν∙ παινέθ’κεν κι’ ένα ρωμηόπουλο.
2. σμποριάζω: μιλώ, λέω κάτι
3. συντυχίζω: κάθομαι μαζί
4. λιμπίζομαι: επιθυμώ πολύ και θέλω να το πάρω.
2 Νοε 2007
9
Κίνησε το Βραχνιόπουλο(1) να πάει να ΄ραβωνιάσει
μ’ εννιά ζυγιές ανάργαρα(2) με δέκα ανακαράζια(3)
με τετρακόσιοι άρχοντες με χίλια παλικάρια.
Τα σούριζε(4) τα πήγαινε στο Γιάννακα τα πάει.
Στο Γιάννακα τα πήγαινε, σ’ αυτόν τον αντρειωμένο.
Τη στράτα στράτα πήγαινε, το Θεό παρακαλούσε:
- Κύριέ μου να τον εύρισκα σ’ ένα όμορφο σιμπέτι(5),
δίχως σπαθί, δίχως κοντάρι, μόνο με την καλή του.
Κατά πως παρακάλεσε, έτσι πάει και τον βρίσκει.
- Καλώς τα κάμνεις Γιάννακα, καλώς τα γευματίζεις
- Καλώς το, το Βραχνιόπουλο, να φάμε και να πιούμε.
Τριών χρονών κρασί έχω γω, να πιούν τα παλικάρια.
- Δεν ήρθα γω για φάι, για πίι, κι ούδε για το κρασί σας,
εγώ ήρθα για το κεφάλι σου, να πάρω την καλή σου.
- Κι’ εγώ για το κεφάλι μου πέντε καλές να δώσω.
Την Κάλλιω την εστόλιζαν, νυφούλα να την κάνουν,
την πήρε το βραχνιόπουλο και κίνησε και πάει
κι’ απόμεινεν ο Γιάννακας σα μήλο μαραμένο,
σα μήλο, σα τραντάφυλλο, σα νύφη στολισμένη.
Μον το σπαθί του φλάμπουσε(6) και στα λιβάδια πάει
ψιλή λαλίτσα έβγανε, όσο και αν εδυνόταν.
Ποιος μαύρος είν’ αξιότερος τ'ν κυρούλα να γλυτώσει.
Όσοι μαύροι κι αν άκουσαν, όλοι αναμερνούσαν.
Ένας μαύρος παλιόμαυρος βαρειά του κακοφάν’κεν
- Δύνεσαι μαύρε μ’ δύνεσαι τ'ν κυρούλα να γλυτώσεις;
- Δύνομαι(7) αφέντη μ’ δύνομαι τ'ν κυρούλα να γλυτώσω,
Αυτή μικρή με τάϊζε εννιά φορές τη μέρα.
Αυτή μικρή με πότιζε εννιά φορές την μέρα
και την ταή(8) που με τάϊζε εννιά κιλά κριθάρι,
και το πιοτί με πότιζε, ενιά μέτρα κρασάκι.
Μον δέσε το κεφάλι σου μ’ εννιά λογιών μαντήλια,
και δέσε την μεσίτσα σου απ’ τη δική μου μέση,
να θυμηθώ τα νιάτα μου, να μ’ πάρουν οι ανέμοι.
Και δένει το κεφάλι του μ’ εννιά λογιών μαντήλια
και δένει την μεσίτσα του απ’ τη δική του μέση,
θυμήθηκε τα νιάτα του τον πήραν οι ανέμοι.
Την στράτα στράτα πήγαινε το Θεό παρακαλούσε:
Κύριέ μου να τους έφτανα σ’ έν όμορφο μιγντάνι(9)
δίχως σπαθί, δίχως κοντάρι, μόνο με την καλή μου.
Κατά πως παρακάλεσε, έτσι πάει και τους βρίσκει,
δίχως σπαθί, δίχως κοντάρι, μόνο με την καλή του.
Δεξιά, δεξιά τους θέριζε, ζερβά τους λειμουριάζει(10)
και σ’αυτό το τρίτο γύρισμα δεν βρίσκει τι να κόψει
και πήρε την καλή του και πάλι πίσω πάει.
Ερμηνευτικά
1. Βραχνιόπουλο:άλλοι το λέγαν βλαχόπουλο και άλλοι ρηγόπουλο.
2. ανάργαρα: είναι τα ανάκαρα των βυζαντινών, ένα ζευγάρι τύμπανα χάλκινα, τα είχαν κρεμασμένα στη σέλλα μπροστά ο καβαλάρης και τα χτυπούσε ρυθμικά.
3. ανακαράζια: μουσικά όργανα, ίσως πνευστά.
4. σουρίζω: σφυρίζω.
5. σιμπέτι: γλεντοκόπι.
6. φλάμπουσε: χούφτωσε, τάρπαξε με την φούχτα του.
7. δύνομαι: δύναμαι, μπορώ.
8. ταή: η τροφή των ζώων.
9. μιγντάνι: απλοχωριά, πεδιάδα με ορατότητα
10. λειμουριάζει: αποτελειώνει.
μ’ εννιά ζυγιές ανάργαρα(2) με δέκα ανακαράζια(3)
με τετρακόσιοι άρχοντες με χίλια παλικάρια.
Τα σούριζε(4) τα πήγαινε στο Γιάννακα τα πάει.
Στο Γιάννακα τα πήγαινε, σ’ αυτόν τον αντρειωμένο.
Τη στράτα στράτα πήγαινε, το Θεό παρακαλούσε:
- Κύριέ μου να τον εύρισκα σ’ ένα όμορφο σιμπέτι(5),
δίχως σπαθί, δίχως κοντάρι, μόνο με την καλή του.
Κατά πως παρακάλεσε, έτσι πάει και τον βρίσκει.
- Καλώς τα κάμνεις Γιάννακα, καλώς τα γευματίζεις
- Καλώς το, το Βραχνιόπουλο, να φάμε και να πιούμε.
Τριών χρονών κρασί έχω γω, να πιούν τα παλικάρια.
- Δεν ήρθα γω για φάι, για πίι, κι ούδε για το κρασί σας,
εγώ ήρθα για το κεφάλι σου, να πάρω την καλή σου.
- Κι’ εγώ για το κεφάλι μου πέντε καλές να δώσω.
Την Κάλλιω την εστόλιζαν, νυφούλα να την κάνουν,
την πήρε το βραχνιόπουλο και κίνησε και πάει
κι’ απόμεινεν ο Γιάννακας σα μήλο μαραμένο,
σα μήλο, σα τραντάφυλλο, σα νύφη στολισμένη.
Μον το σπαθί του φλάμπουσε(6) και στα λιβάδια πάει
ψιλή λαλίτσα έβγανε, όσο και αν εδυνόταν.
Ποιος μαύρος είν’ αξιότερος τ'ν κυρούλα να γλυτώσει.
Όσοι μαύροι κι αν άκουσαν, όλοι αναμερνούσαν.
Ένας μαύρος παλιόμαυρος βαρειά του κακοφάν’κεν
- Δύνεσαι μαύρε μ’ δύνεσαι τ'ν κυρούλα να γλυτώσεις;
- Δύνομαι(7) αφέντη μ’ δύνομαι τ'ν κυρούλα να γλυτώσω,
Αυτή μικρή με τάϊζε εννιά φορές τη μέρα.
Αυτή μικρή με πότιζε εννιά φορές την μέρα
και την ταή(8) που με τάϊζε εννιά κιλά κριθάρι,
και το πιοτί με πότιζε, ενιά μέτρα κρασάκι.
Μον δέσε το κεφάλι σου μ’ εννιά λογιών μαντήλια,
και δέσε την μεσίτσα σου απ’ τη δική μου μέση,
να θυμηθώ τα νιάτα μου, να μ’ πάρουν οι ανέμοι.
Και δένει το κεφάλι του μ’ εννιά λογιών μαντήλια
και δένει την μεσίτσα του απ’ τη δική του μέση,
θυμήθηκε τα νιάτα του τον πήραν οι ανέμοι.
Την στράτα στράτα πήγαινε το Θεό παρακαλούσε:
Κύριέ μου να τους έφτανα σ’ έν όμορφο μιγντάνι(9)
δίχως σπαθί, δίχως κοντάρι, μόνο με την καλή μου.
Κατά πως παρακάλεσε, έτσι πάει και τους βρίσκει,
δίχως σπαθί, δίχως κοντάρι, μόνο με την καλή του.
Δεξιά, δεξιά τους θέριζε, ζερβά τους λειμουριάζει(10)
και σ’αυτό το τρίτο γύρισμα δεν βρίσκει τι να κόψει
και πήρε την καλή του και πάλι πίσω πάει.
Ερμηνευτικά
1. Βραχνιόπουλο:άλλοι το λέγαν βλαχόπουλο και άλλοι ρηγόπουλο.
2. ανάργαρα: είναι τα ανάκαρα των βυζαντινών, ένα ζευγάρι τύμπανα χάλκινα, τα είχαν κρεμασμένα στη σέλλα μπροστά ο καβαλάρης και τα χτυπούσε ρυθμικά.
3. ανακαράζια: μουσικά όργανα, ίσως πνευστά.
4. σουρίζω: σφυρίζω.
5. σιμπέτι: γλεντοκόπι.
6. φλάμπουσε: χούφτωσε, τάρπαξε με την φούχτα του.
7. δύνομαι: δύναμαι, μπορώ.
8. ταή: η τροφή των ζώων.
9. μιγντάνι: απλοχωριά, πεδιάδα με ορατότητα
10. λειμουριάζει: αποτελειώνει.
31 Οκτ 2007
8
Αϊτός χαιρέτ’σε στα βουνά κι μαύρος(1) στα λιβάδια.
Χαιρέτ’σε κι ένας νιός καλός, σ’ ένα όμορφο σιμπέτι(2).
Τα τριά κοράσια(3) τον κερνούν, πάσχουν(4) να τον μεθύσουν.
Τον μέθυσαν τον νιούτσικο(5) κι πέσεν ΄ποκοιμήθκειν(6)
κι βγαίνουν ΄πο την τζιόπη του εννιά χιλιάδες άσπρα(7)
κι βγαίνουν ΄πο τον κόρφο του μαντήλι ξομπλιασμένο(8),
δεν κλαίει ο νιός τ'άσπρα του, καν τις εννιά χιλιάδες,
λυπιέται το μαντήλι του το βαρυξομπλιασμένο.
Πως έκατσαν το ξόμπλιασαν οι τρείς αγαπητικές του.
Η μια ξομπλιάζει με το γυαλί, η άλλη με Βαγγέλιο,
η τρίτη η καλύτερη με τριά κλωνάρια μόσχο(9),
στον ουρανό το ίδιαζαν(10) στη θάλασσα το πλέκουν,
στη μέση πλέκουν το Χριστό, στην άκρη Θεοτόκο
και σ’αυτά τα κορφογυρίσματα πλέκουν τον Άγιο – Γιώργη.
Και συ Άγιε μου Γιώργη ξακουστέ βοήθα το παλικάρι.
Βοήθα το Άι – Γιώργη μ’ βοήθα το, το νιο το παλικάρι
να πάει να βρεί τ’ν’ αγάπη του που στρώνει, που κοιμάται.
Μέσ’ σε λουλούδια έστρωνε, σε τριαντάφυλλα κοιμάται,
το ήμερο το τριαντάφυλλο τριγύρω στο λαιμό της
είν’ άσπρη σα τριαντάφυλλο κόκκινη σαν το μήλο.
Ερμηνευτικά
1. μαύρος: πρόκειται για μαύρο άλογο ιππασίας, άτι.
2. σιμπέτι: μεγάλο γλέντι, γλεντοκόπι.
3. κοράσια: κοπέλες της παντριάς.
4. πάσχουν: προσπαθούν, πασχίζουν.
5. νιούτσικος: μορφονιός.
6. ποκοιμήθκειν: αποκοιμήθηκε
7. άσπρα: ασημένια νομίσματα
8. ξομπλιασμένο: κεντημένο με πολλά στολίδια.
9. μόσχος: αρωματικό φυτό.
10. ιδιάζω: προεργασία της υφαντικής, απλώνουν και τακτοποιούν το στημόνι.
Χαιρέτ’σε κι ένας νιός καλός, σ’ ένα όμορφο σιμπέτι(2).
Τα τριά κοράσια(3) τον κερνούν, πάσχουν(4) να τον μεθύσουν.
Τον μέθυσαν τον νιούτσικο(5) κι πέσεν ΄ποκοιμήθκειν(6)
κι βγαίνουν ΄πο την τζιόπη του εννιά χιλιάδες άσπρα(7)
κι βγαίνουν ΄πο τον κόρφο του μαντήλι ξομπλιασμένο(8),
δεν κλαίει ο νιός τ'άσπρα του, καν τις εννιά χιλιάδες,
λυπιέται το μαντήλι του το βαρυξομπλιασμένο.
Πως έκατσαν το ξόμπλιασαν οι τρείς αγαπητικές του.
Η μια ξομπλιάζει με το γυαλί, η άλλη με Βαγγέλιο,
η τρίτη η καλύτερη με τριά κλωνάρια μόσχο(9),
στον ουρανό το ίδιαζαν(10) στη θάλασσα το πλέκουν,
στη μέση πλέκουν το Χριστό, στην άκρη Θεοτόκο
και σ’αυτά τα κορφογυρίσματα πλέκουν τον Άγιο – Γιώργη.
Και συ Άγιε μου Γιώργη ξακουστέ βοήθα το παλικάρι.
Βοήθα το Άι – Γιώργη μ’ βοήθα το, το νιο το παλικάρι
να πάει να βρεί τ’ν’ αγάπη του που στρώνει, που κοιμάται.
Μέσ’ σε λουλούδια έστρωνε, σε τριαντάφυλλα κοιμάται,
το ήμερο το τριαντάφυλλο τριγύρω στο λαιμό της
είν’ άσπρη σα τριαντάφυλλο κόκκινη σαν το μήλο.
Ερμηνευτικά
1. μαύρος: πρόκειται για μαύρο άλογο ιππασίας, άτι.
2. σιμπέτι: μεγάλο γλέντι, γλεντοκόπι.
3. κοράσια: κοπέλες της παντριάς.
4. πάσχουν: προσπαθούν, πασχίζουν.
5. νιούτσικος: μορφονιός.
6. ποκοιμήθκειν: αποκοιμήθηκε
7. άσπρα: ασημένια νομίσματα
8. ξομπλιασμένο: κεντημένο με πολλά στολίδια.
9. μόσχος: αρωματικό φυτό.
10. ιδιάζω: προεργασία της υφαντικής, απλώνουν και τακτοποιούν το στημόνι.
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)